Άρδην, να αλλάξουμε ρότα· άρδην, να αποκαθηλώσουμε το διεφθαρμένο πολιτικό σύστημα·

Τετάρτη, 13 Φεβρουαρίου 2019

Οι Πρέσπες, η κρίση του εθνομηδενισμού και η υπέρβαση της μεταπολίτευσης


Οι Πρέσπες, η κρίση του εθνομηδενισμού και η υπέρβαση της μεταπολίτευσης, Γιώργος Καραμπελιάς
Η μεταπολιτευτική περίοδος οδηγήθηκε στο τέλος της με την εποχή των Μνημονίων και την άνοδο της εθνομηδενιστικής Αριστεράς στην εξουσία. Η βεβαιωμένη αποσύνθεση του μεταπολιτευτικού συστήματος καταδεικνύεται χωρίς καμία αμφιβολία από την αποκαλυψιακή κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ μετά το 2010 –της πολιτικής δύναμης που έδωσε τον τόνο και τη μορφή της μεταπολίτευσης– την εμφάνιση πολλών νέων κομμάτων, κυρίως δε, μέσα από την ανάδειξη του ΣΥΡΙΖΑ και της Χρυσής Αυγής ως κομβικών μορφωμάτων αυτής της εποχής του τέλους.
Ο κλασικός μεταπολιτευτικός διπολισμός, έλαβε τέλος, παράλληλα, και ως συνέπεια της κατάρρευσης του παρασιτικού καταναλωτικού μοντέλου. Και όμως ο επιθανάτιος ρόγχος και η παρακμή του παλαιού πολιτικού συστήματος δεν σηματοδοτούσε παρά το αργόσυρτο τέλος της μεταπολιτευτικής περιόδου, το οποίο επί δέκα χρόνια δεν μπόρεσε να παραγάγει μια θετική πρόταση με πλειοψηφικά χαρακτηριστικά.
Όσο για το κίνημα των Αγανακτισμένων κατέστη αδύνατο να εκφράσει μια εναλλακτική πρόταση και ένα όραμα για τη χώρα, όντας εγκλωβισμένο στον οικονομισμό και την επιδίωξη μιας ανέφικτης αναδιανομής στο πλαίσιο ενός χρεωκοπημένου παρασιτικού μοντέλου. Αντίθετα, εκεί που είναι δυνατό, έστω και με μεγάλη δυσκολία, να αναδειχθεί μια θετική εναλλακτική πρόταση απέναντι στη περιρρέουσα παρακμή, είναι μόνο στο πεδίο όπου η ελληνική κοινωνία διαθέτει ακόμα κάποιες δυνατότητες απάντησης.
Αυτό είναι το πεδίο που αποτελεί το βαθύτερο υπόστρωμα του ελληνισμού: ο πολιτισμός, η γλώσσα, η ιστορία, η ίδια η εθνική ταυτότητα. Καθόλου τυχαία εξάλλου, τα προηγούμενα χρόνια, οι μόνοι αξιόλογοι και νικηφόροι αγώνες που διεξήχθησαν στο ιδεολογικό πεδίο αφορούσαν ζητήματα όπως το βιβλίο της ιστορίας της ΣΤ’ Δημοτικού της κυρίας Ρεπούση, το Ζάλογγο, την υπεράσπιση της διαχρονίας του Ελληνισμού, την κινητοποίηση ενάντια στο σχέδιο Ανάν κ.λπ.

Πρέσπες και εθνική συνείδηση

Στην εθνική συνείδηση και ταυτότητα βρίσκεται το τελευταίο ανάχωμα ενός παρηκμασμένου ελληνικού έθνους-κράτους. Γι’ αυτό, ακριβώς εκεί δόθηκε η πρώτη μεγάλη σύγκρουση. Γύρω από το ζήτημα των Σκοπίων εξ αιτίας της πρόθεσης του μεγαλύτερου μέρους των ελίτ και προπαντός της κυβέρνησης, να εκχωρήσουν την ιστορική πολιτισμική κληρονομιά της Μακεδονίας, συσπειρώθηκε η πλειοψηφία του ελληνικού λαού και οι Μακεδόνες σχεδόν στο σύνολό τους.
Αυτή η κινητοποίηση αποτελεί πιθανότατα την απαρχή της επί τόσα χρόνια αναμενόμενης θετικής πρότασης. Διαπίστωση που επιβεβαιώνεται από πάρα πολλές παραμέτρους. Αρχικώς και κυρίως, το γεγονός ότι η αντίδραση ξεκίνησε από δυνάμεις εκτός του ελληνικού πολιτικού και κοινωνικού συστήματος, δηλαδή από τις ενώσεις των αποδήμων Μακεδόνων που συμπαρέσυραν και τους εγχώριους πολιτιστικούς μακεδονικούς συλλόγους.
Μαζί τους συμπαρατάχθηκαν σκόρπιες δυνάμεις ορισμένων ιεραρχών και ελάχιστων πολιτικών ακτιβιστών. Το αποτέλεσμα είναι αυτό το κίνημα να εμφανίζεται με ένα τεράστιο σώμα και εξαιρετικά αδύνατα οργανωτικά ποδάρια και κεφαλή, όπως ακριβώς συμβαίνει με άλλα μεγάλα κινήματα της εποχής μας (π.χ. τα Κίτρινα Γιλέκα στη Γαλλία).
Θα μπορούσαμε να πούμε ότι το κίνημα αυτό δεν οργανώθηκε από κανέναν, αλλά υποχρέωσε κάποιους να τεθούν επικεφαλής του! Με όλες τις συνέπειες που μπορεί να έχει αυτό στην άρθρωση ενός συνεκτικού πολιτικού λόγου, στην οργανωτικότητα του κινήματος κ.λπ. Και όμως, αυτό το κίνημα όχι μόνο δεν κάμφθηκε μέσα σε μια πορεία που διήρκεσε πάνω από ένα χρόνο τουλάχιστον, αλλά άρχισε να παραγάγει και σημαντικότατα ιδεολογικά και πολιτικά αποτελέσματα: Καταρχάς ανέδειξε ένα μεγάλο πλήθος πολιτικά ενεργών και πατριωτικά προσανατολισμένων πολιτών, κατεξοχήν στον χώρο της νεολαίας.

Ιδεολογικά πολυδιασπασμένο κίνημα

Έφερε σε επαφή δυνάμεις με πολύ διαφορετικές ιδεολογικές και πολιτικές αφετηρίες γύρω από το κοινό αίτημα της υπεράσπισης της Μακεδονίας και κατ’ επέκταση της ελληνικής εθνικής ταυτότητας. Μέσα από αυτές τις κινητοποιήσεις ανεδείχθησαν χιλιάδες «στελέχη» αυτού του πατριωτικού αγώνα όπως είχε συμβεί στη πρώτη φάση του κινήματος των Αγανακτισμένων, αλλά με πολύ διαφορετικά χαρακτηριστικά και προοπτικές.
Διότι το κίνημα εκείνο ήταν ιδεολογικά πολυδιασπασμένο ανάμεσα σε δραχμιστές, ευρωπαϊστές, κομμουνιστογενείς και αναρίθμητες άλλες κατηγορίες. Προπαντός περιλάμβανε ανθρώπους κινητοποιημένους γύρω από στόχους ανέφικτους – δεδομένης της παρασιτικής υπόστασης της ελληνικής οικονομίας. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, εν τέλει, να το καρπωθούν επιτήδειοι πολιτικάντες. Ο ανεδαφικός χαρακτήρας του κινήματος θα καταδειχθεί και από το ότι κατέληξε σε απολύτως καταστροφικά αποτελέσματα, αφού οδήγησε στην εξουσία δυνάμεις όπως οι ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Γι’ αυτό εξάλλου και η μεγάλη σιγή που ακολούθησε το 2015.
Αντίθετα, σε ό,τι αφορά στο ζήτημα της Μακεδονίας, υπήρχαν ξεκάθαροι και ενιαίοι στόχοι: δηλαδή η αποτροπή της κύρωσης μιας επαίσχυντης συμφωνίας και της παράδοσης της μακεδονικής ελληνικής ταυτότητας στους κατοίκους των Σκοπίων. Γύρω από αυτό το αίτημα μπορεί να υπήρχαν διαφορές ως προς τις μεθόδους, όμως το αίτημα αλλά και τα κύρια προτάγματα ήταν κοινά: Άρνηση της κύρωσης, δημοψήφισμα για να αποφανθεί ο ελληνικός λαός, σύνδεση του Μακεδονικού με τα υπόλοιπα εθνικά θέματα (δηλαδή συνολική επανεθνικοποίηση του φαντασιακού του ελληνικού λαού), αναβάθμιση της γλώσσας, του πολιτισμού και της ιστορίας, εμμονή στην ελληνική διαχρονία κ.λπ.
Δηλαδή, με αφετηρία το Μακεδονικό, άρχισε να διαμορφώνεται μία συνεκτική και ολοκληρωμένη αντίληψη που φτάνει μέχρι το δημογραφικό, το μεταναστευτικό και άλλα. Διαμορφώνεται έτσι μία ενιαία, καθολική και πλειοψηφική ατζέντα. Αυτό συμβαίνει για πρώτη φορά μετά τη μεταπολίτευση. Γι’ αυτό και πιστεύουμε ότι αποτελεί την απαρχή της υπέρβασης της μεταπολίτευσης. Όχι πλέον ως προς την αρνητική της διάσταση (δηλαδή την κατάρρευση των ιδεολογημάτων και των πολιτικών της φορέων), αλλά ως θετικό πρόταγμα για την επόμενη ιστορική περίοδο.

Ο σημαντικότερος δείκτης

Ο σημαντικότερος δείκτης αυτής της αλλαγής υπήρξε το γεγονός πως στις κινητοποιήσεις συμμετείχαν, μάλλον πλειοψηφικά, οι νεότερες γενιές και οι μαθητές. Αυτό, σε αντίθεση με το κίνημα των Αγανακτισμένων, που υπήρξε ένα κίνημα των μεσαίων ηλικιών, οι οποίες είχαν πληγεί από τη σφοδρότητα της οικονομικής κρίσης.
Ένα δεύτερον είναι ότι η επίδραση του κινήματος αγκαλιάζει και τα συστημικά πολιτικά κόμματα και τα υποχρεώνει να τοποθετηθούν με βάση τα προτάγματά του. Στο χώρο της Κεντροδεξιάς, υποχρέωσε μία πολιτική ηγεσία, η οποία υποτιμούσε τα εθνικά θέματα, να επικεντρωθεί σχεδόν επί ένα χρόνο στο θέμα της Συμφωνίας των Πρεσπών, και να έρθει σε σύγκρουση, έστω εν μέρει, με τους υπερατλαντικούς και ευρωπαϊκούς πάτρωνές της.
Ακόμα πιο χαρακτηριστικές υπήρξαν οι εξελίξεις στη Κεντροαριστερά που από την εποχή του 1996 είχε αποτελέσει, μέσω του σημιτικού εκσυγχρονισμού, τον μεγάλο υποδοχέα των εθνομηδενιστικών αντιλήψεων (βλέπε σχέδιο Ανάν, ενδοτικότητα έναντι Τούρκων, αλλαγή των βιβλίων της Ιστορίας κ.λπ.). Το Μακεδονικό ανατίναξε όλο το εγχείρημα, οδηγώντας στην αποχώρηση του Θεοδωράκη από το ΚΙΝΑΛ, και τη διάλυση του κόμματός του, στη διαγραφή του Θεοχαρόπουλου και στην εναντίωση της Γεννηματά με τη Συμφωνία των Πρεσπών. Οι εξελίξεις έσπρωξαν ένα σημιτικό κόμμα να υιοθετεί τη φρασεολογία του παλαιού πατριωτικού ΠΑΣΟΚ!

Η κρίση του εθνομηδενισμού

Αλλά και στον χώρο της Αριστεράς παρατηρούνται ανάλογες εξελίξεις. Το ΚΚΕ, για πρώτη φορά στην ιστορία του, υποχρεώνεται να καταδικάσει τον «αλυτρωτισμό» των Σκοπίων. Όλα αυτά καταδεικνύουν πως ένα ολοένα αυξανόμενο τμήμα του πολιτικού και μιντιακού συστήματος πιέζεται από το λαϊκό σώμα να εγκαταλείψει τον κυρίαρχο εθνομηδενισμό της ύστερης μεταπολίτευσης.
Ταυτόχρονα, εξαφανίζοντας ουσιαστικώς τις ενδιάμεσες εθνομηδενιστικές δυνάμεις (Θεοδωράκης, Θεοχαρόπουλος κ.λπ.), όλο το εθνομηδενιστικό δυναμικό συγκεντρώνεται γύρω από τον ΣΥΡΙΖΑ. Έτσι, λαμβάνει τέλος στην ουσία και η ευρύτερη ιδεολογική του απήχηση, γεγονός που κατεφάνη εμβληματικά στην αδυναμία του να συγκεντρώσει υπογραφές καλλιτεχνών υπέρ της Συμφωνίας των Πρεσπών.
Επιπλέον, χαρακτηριστικό είναι, πως ο ΣΥΡΙΖΑ βρίσκει πλέον υποστηριχτές σε εφημερίδες και δημοσιογράφους αμφίβολης αξιοπιστίας και όχι βέβαια σε μορφές της Αριστεράς όπως ο Μίκης Θεοδωράκης. Οδηγείται στο τέλος της η σαραντάχρονη, τουλάχιστον, ηγεμονία της «αντιεθνικιστικής» και εθνομηδενιστικής εν συνέχεια Αριστεράς. Πρόκειται για άσφαλτες και αδιαμφισβήτητες ενδείξεις του γεγονότος πως έχει αρχίσει η μεγάλη πορεία προς την επανεθνικοποίηση της ελληνικής κοινωνίας – μόνη ελπίδα για μία πιθανή πατριωτική ανάκαμψη του Ελληνισμού. Οι χιλιάδες των μαθητών που ξεχύθηκαν στους δρόμους με τις ελληνικές σημαίες αποτελούν την απόδειξη και την ελπίδα πως αυτή η μάχη μπορεί να κερδηθεί.


 https://slpress.gr/politiki/oi-prespes-i-krisi-toy-ethnomidenismoy-kai-i-ypervasi-tis-metapoliteysis/

Παιδική λέσχη ανάγνωσης και εβδομάδες ανταλλαγής βιβλίων στο δήμο Αχαρνών




Ο Δήμος Αχαρνών, Τμήμα Πολιτιστικής Εκπαίδευσης της Διεύθυνση Παιδείας Πολιτισμού Αθλητισμού και Νέας Γενιάς ανακοινώνει το πρόγραμμα Παιδικής Λέσχης Ανάγνωσης και Εβδομάδων Ανταλλαγής Βιβλίων για τους μήνες Φεβρουάριο και Μάρτιο:

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΠΑΙΔΙΚΗΣ ΛΕΣΧΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΗΣ
  • ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ
Σάββατο 23 Φεβρουαρίου 2019, 11:00-13:00 το πρωί
Διαβάζουμε το βιβλίο «Το ποτάμι», της Patricia Hegarty, εκδ. Εκδοτική Αθηνών.
  • ΜΑΡΤΙΟΣ
Σάββατο 9 Μαρτίου 2019, 11:00-13:00 το πρωί
Διαβάζουμε το βιβλίο «Φρέντερικ», του Leo Lionni, εκδ. Πατάκη
Σάββατο 30 Μαρτίου 2019, 11:00-13:00 το πρωί
Διαβάζουμε το βιβλίο «Ο ξυλαράκης», της Julia Donaldson, εκδ. Ίκαρος
Στη Δημοτική Πινακοθήκη «Χρήστος Τσεβάς», Λιοσίων 18
Συμμετοχή ΔΩΡΕΑΝ, με προεγγραφή στο τηλ.: 2132072538

ΕΒΔΟΜΑΔΕΣ ΑΝΤΑΛΛΑΓΗΣ ΒΙΒΛΙΩΝ
  •  Δευτέρα 4 έως και Σάββατο 9 Φεβρουαρίου 2019
  • Δευτέρα 18 έως και Σάββατο 23 Μαρτίου 2019
Καθημερινά: 9:00-13:00 και Σάββατο: 16:00-20:00
Στη Δημοτική Πινακοθήκη «Χρήστος Τσεβάς», Λιοσίων 18
Υπενθυμίζεται ότι καθημερινά από 8:00 έως 15:00 λειτουργεί δανειστικό τμήμα στο Γραφείο Πολιτιστικής Εκπαίδευσης (Δημαρχείο, 2ος όροφος).

Δευτέρα, 11 Φεβρουαρίου 2019

Έναρξη εαρινού εξαμήνου στο Δημοτικό Ελεύθερο Πανεπιστήμιο Περιστερίου


Τη Δευτέρα 11 Φεβρουαρίου 2019 στις 19:00 θα διεξαχθεί η πρώτη διάλεξη για το εαρινό εξάμηνο του Δημοτικού Ελεύθερου Πανεπιστημίου Περιστερίου.
Πρώτος ομιλητής θα είναι ο Καθηγητής Δυναμικής Τεκτονικής, Εφαρμοσμένης Γεωλογίας και Διαχείρισης Φυσικών Καταστροφών Δρ. Ευθύμης Λέκκας. Η Επικεφαλής της Συντονιστικής Επιτροπής, Αντιδήμαρχος Περιβάλλοντος & Πολιτισμού Μαίρη Τσιώτα – Μάρκου ενημερώνει ότι η συμμετοχή στις διαλέξεις είναι δωρεάν με σειρά προτεραιότητας κατά την προσέλευση. Όσοι δεν έχετε συμμετάσχει ξανά στις διαλέξεις και το επιθυμείτε, μπορείτε να συμπληρώσετε την σχετική αίτηση συμμετοχής που θα την προμηθευτείτε από την Γραμματεία της Βιβλιοθήκης. Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να επικοινωνείτε με τη Γραμματεία της Δημοτικής Βιβλιοθήκης στα τηλέφωνα: 2105716057 & 2105716069.

Σάββατο, 9 Φεβρουαρίου 2019

Ο Καποδίστριας και οι Έλληνες πριν το 1821


Πορτραίτο του Ιωάννη Καποδίστρια, έργο του Τόμας Λώρενς
Του Τ. Γ. Κρώλυ* από το Άρδην τ. 111 με αφιέρωμα στον Ιωάννη Καποδίστρια 
Η καριέρα του Ιωάννη Καποδίστρια (1776-1831) περιγράφεται εν συντομία, και η προσωπικότητά του συζητείται, σε κάθε έργο που αφορά τη διπλωματική ιστορία της Ευρώπης και της Ρωσίας κατά το δεύτερο μισό της βασιλείας του τσάρου Αλέξανδρου Α΄. Μπήκε στο ρωσικό διπλωματικό σώμα το 1809, αναδείχτηκε πέντε χρόνια αργότερα σε μια ηγετική θέση σε αυτό και αποσύρθηκε, απογοητευμένος, στην Ελβετία το 1822. Ως Κυβερνήτης της Ελλάδας από το Μάρτιο 1827 ως το θάνατό του τον Οκτώβρη 1831, αναδείχτηκε σε κεντρική, και ακόμη πιο αμφιλεγόμενη προσωπικότητα στην ιστορία της χώρας· η περίοδος αυτή ασκεί ακόμη μια ιδιαίτερη γοητεία σε Έλληνες συγγραφείς και πολλά έργα έχουν προστεθεί τα τελευταία χρόνια στα ήδη υπάρχοντα, συμπεριλαμβανομένων παραπάνω της μιας βιογραφίες, αρκετές μελέτες μιας περιόδου ή μιας πτυχής της καριέρας του και μια πλειάδα βιβλίων, τα οποία, αμέσως ή εμμέσως, ρίχνουν φως σε αυτή. Αλλά η σύγχρονη ελληνική γλώσσα αποτελεί εμπόδιο για πολλούς αναγνώστες εκτός Ελλάδας, ενώ δεν έχει υπάρξει μια βιογραφική έρευνα σε κάποια πιο «προσβάσιμη» γλώσσα από το βιβλίο του Κ.Μέντελσον – Μπαρτόλντυ, Graf Kapodistrias (1864), το οποίο υποτίθεται ότι διερευνούσε το θέμα με συμπάθεια αλλά αντικατόπτριζε έντονα τη ματιά ενός Γερμανού φιλελεύθερου οπαδού του συνταγματισμού της εποχής του. Πολλά από τα πρώιμα έργα για τον Καποδίστρια απηχούν επίσης το φόβο και την καχυποψία απέναντι στη Ρωσία, που κυριαρχούσε στη δυτική Ευρώπη μισό αιώνα μετά το θάνατό του. Κανένας Βρετανός συγγραφέας δε φαίνεται να ενδιαφέρεται για αυτόν εκτός σε ότι αφορά τη βρετανική εξωτερική πολιτική· ίσως, η πιο λεπτομερής σύγχρονη μελέτη στα γαλλικά να είναι αυτή των Ε. Ντριώ και Μ. Λ’Εριτιέ Histoire diplomatique de la Grèce de 1821 à nos jours (τόμοι 1-11, 1925-26)· αλλά αυτή περιορίζεται, όπως αναφέρει ο τίτλος, στη διπλωματική πλευρά και, παρόλο που είναι πολύτιμη, δεν αποφεύγονται κάποιες επιπόλαιες κρίσεις.
Αν ο Καποδίστριας ήταν απλά ο αγαπημένος υπουργός (για ένα διάστημα) ενός ιδιοσυγκρασιακά ασταθούς τσάρου, ή μόνο ο πρώτος κανονικός κυβερνήτης μιας χώρας που βρισκόταν ακόμη στο όριο της αναρχίας, όταν δολοφονήθηκε λιγότερο από τέσσερα χρόνια μετά την άφιξή του στην Ελλάδα, η ιστορική του σπουδαιότητα δε θα ήταν τόσο μεγάλη, ώστε να της ξαναδώσουμε σημασία, παρόλο που η ζωή του θα προσφερόταν, ίσως, ως θέμα για μια τραγωδία. Οι ιστορικοί τείνουν ακόμη να τον απορρίπτουν σαν έναν άνθρωπο με τεράστια χαρίσματα του οποίου η καριέρα αμαυρώθηκε από μια ή περισσότερες αδυναμίες… Αρκετοί νεώτεροι Έλληνες συγγραφείς έχουν αντιδράσει έντονα σε αυτές τις εχθρικές ή συγκαταβατικές εκτιμήσεις και έχουν σωστά τονίσει την ανυποχώρητη αφοσίωσή του στην Ελλάδα ως Κυβερνήτη, το παράδειγμα που έδινε με την απλότητα και την εργατικότητά του, καθώς και τα πρακτικά του επιτεύγματα παρά τις φρικτές δυσκολίες. Η θέση του δείχνει τώρα να είναι εξασφαλισμένη στην Ελλάδα, ανάμεσα στους σχεδόν θρυλικούς ήρωες του «Ιερού Αγώνα» για ανεξαρτησία, αλλά υπάρχει ένας αντίστοιχος κίνδυνος για μια ιδεαλιστική εικόνα ή, τουλάχιστον, μια υπερβολική αντίληψη του μεγέθους του ανδρός…

Geschichte Griechenland : Joannis Graf Kapodistrias : News Photo
Οι Ρώσοι τσάροι, ακόμη περισσότερο από άλλους ηγεμόνες στην Ευρώπη, είχαν στην υπηρεσία τους πολλούς ανθρώπους ξένης καταγωγής, σε μια εποχή που, στους αυλικούς και αριστοκρατικούς κύκλους, ο πατριωτισμός ήταν αίσθημα τιμής και προσωπικής υποχρέωσης που συνδεόταν στενά με την καριέρα που είχε επιλέξει κάποιος, και που η διπλωματία και ο πόλεμος ασκούνταν, κατά κύριο λόγο, υπό την αρχή της περιορισμένης ευθύνης, είτε φιλίας, είτε έριδας, όπως περίπου και οι οικογενειακές συμμαχίες και διενέξεις, για τις οποίες οι ίδιες οι βασιλικές αυλές αποτελούσαν εξέχοντα παραδείγματα. Κάποιοι άνθρωποι δέχονταν να υπηρετήσουν στο εξωτερικό όταν είχαν ήδη αποκτήσει φήμη στο εσωτερικό, ενώ άλλοι το επιδίωκαν σε νεαρή ηλικία επειδή οι χώρες τους ήταν υπερβολικά μικρές για να τους προσφέρουν κάποιες επαγγελματικές προοπτικές αντάξιες του επιπέδου των χαρισμάτων τους· άλλοι, πάλι, παρόλο που προέρχονταν από μια μεγάλη χώρα, μπορεί να συνδέονταν, είτε προσωπικά, είτε με κληρονομικούς δεσμούς, με γεγονότα ή σκοπούς που θεωρούνταν προδοτικοί, ή απλά με οικογένειες που τύχαινε να βρίσκονται σε δυσμένεια.
Ο Ιωάννης Καποδίστριας δεν ταιριάζει πλήρως σε αυτή την εικόνα. Η οικογένεια των προπατόρων του, ερχόμενη από την Ίστρια στην Κέρκυρα, το δέκατο τέταρτο αιώνα, είχε συμπεριληφθεί κατά το 1471 στο «χρυσό βιβλίο» της Ιονικής αριστοκρατίας· σε αυτό αλλά και σε έτερη εκδοχή του, που εκδόθηκε το 1783, περιγράφονταν ως μια από τις «ιταλικές» οικογένειες… Από την άλλη, η μητέρα του, Αδαμαντίνη Γονέμη, η οποία προερχόταν από μια σημαντική ελληνική οικογένεια της Ηπείρου, πρέπει σίγουρα να ήταν Ορθόδοξη και δεν ήταν η πρώτη Ελληνίδα που εντάχτηκε με γάμο στην οικογένεια. Ο Ιωάννης Καποδίστριας δεν ήταν μόνο πιστό μέλος της Ορθόδοξης Εκκλησίας στη μετέπειτα ζωή του, αλλά ανέπτυξε νωρίς στενές σχέσεις με το Μητροπολίτη Ιγνάτιο (σ.τ.μ. Άρτας και Ναυπάκτου και μετέπειτα Μητροπολίτη Ιγνάτιο Ουγγροβλαχίας, βλέπε κατωτέρω) ανάμεσα σε άλλους.
Στην Πάδοβα, σπούδασε ιατρική (1794-97) και φαίνεται ότι πήρε το πτυχίο του σε αυτό το σύντομο διάστημα, μιας και, το 1799, διορίστηκε αρχίατρος στο τουρκικό στρατιωτικό νοσοκομείο της Κέρκυρας. Σα φοιτητής, επισκέφτηκε τη Βενετία μαζί με δυο άλλους νεαρούς Έλληνες (ο ένας, ο Κ. Χαιρέτης, αργότερα διορίστηκε γιατρός του Σουλτάνου Μαχμούτ Β΄) και φιλοξενήθηκε εκεί από έναν Έλληνα έμπορο από τη Θεσσαλία, τον Α. Νικολαΐδη. Δε γνωρίζουμε τι εντυπώσεις έφερε πίσω από την Πάδοβα· ειπώθηκε αργότερα ότι ήταν θαυμαστής του Κοντιγιάκ (Condillac, σ.τ.μ. Γάλλος φιλόσοφος και επιστημολόγος, κύριος εκπρόσωπος της αισθησιαρχίας), αλλά και του Πλάτωνα και ότι ασχολήθηκε με τη νέα γνώση της φύσης και του ανθρώπου χωρίς να γίνει ωφελιμιστής ή υλιστής.


Το έμβλημα της Ιόνιας Πολιτείας 
Τότε (Οκτώβριος 1798), ένας κοινός ρωσοτουρκικός στόλος πλησίαζε την Κέρκυρα, υπό τον Ναύαρχο Ουσάκωφ, φέρνοντας μια διακήρυξη από το Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης, η οποία προέτρεπε τους Έλληνες να ξεσηκωθούν εναντίον των Γάλλων στο όνομα «της θρησκείας, της πατρίδας και της αληθινής ελευθερίας». […] Η Συνθήκη της 21ης Μαρτίου 1800 εγκαθίδρυε μια Ιόνια Δημοκρατία, πάνω στο προηγούμενο υπόδειγμα της Ραγούσας (σ.τ.μ. η θαλασσινή Δημοκρατία της Ραγούσας στη Δαλματία, επικεντρωμένη γύρω από την πόλη Ραγούσα, σημερινό Ντουμπρόβνικ. Το κρατίδιο υπήρχε από το 1358 μέχρι το 1808, οπότε και κατακτήθηκε από το στρατό του Ναπολέοντα), ονομαστικά υπό την κοινή προστασία της Ρωσίας και της Τουρκίας, αλλά πρακτικά υπό την προστασία της Ρωσίας και μόνο… Το καταφανώς αριστοκρατικό σύνταγμα του Απριλίου 1801 παραχώρησε τη θέση του το Δεκέμβρη 1803 σε ένα που απάλυνε κάπως το μονοπώλιο των κληρονομικά ευγενών στην εξουσία, αλλά το 1806, ο Κόμης Γεώργιος Μοτσενίγος, ο Ρώσος απεσταλμένος στην Κέρκυρα, απέσπασε τροπολογίες που περιλάμβαναν την πρόβλεψη ότι οι κατάλογοι υποψηφιοτήτων για τα δυο νομοθετικά σώματα θα έπρεπε να εγκρίνονται από τον τσάρο. Το σύστημα αυτό σταμάτησε απότομα μετά τη Συνθήκη του Τιλσίτ (σ.τ.μ. πρόκειται για τη σύναψη ανακωχής το 1807 μεταξύ Ρωσίας και Γαλλίας, την οποία αποδέχτηκε και η Πρωσία) και την επιστροφή των Γάλλων, όχι πλέον με δημοκρατική, αλλά με αυτοκρατορική και αυξανόμενα δεσποτική μορφή.
Κατά τη διάρκεια αυτών των συνεχών αλλαγών, ο Ιωάννης Καποδίστριας γίνεται ιδιαίτερα αγαπητός στον κόμη Μοτσενίγο, οπότε επιλέγεται ως κύριος Γραμματέας για όλα τα τμήματα και πολύ γρήγορα αναδεικνύεται πρώτος Γραμματέας των νομοθετικών σωμάτων. […]
Οι πράξεις του δεν απέδειξαν, ούτε τότε ούτε αργότερα, ότι ήταν ένας αδίστακτος πράκτορας του ρωσικού δεσποτισμού, ενστερνιζόταν, μάλλον, την πεποίθησή του ότι μια μικρή κοινότητα, έρμαιο πανίσχυρων κρατών σε πόλεμο, δε μπορούσε να επιβιώσει χωρίς προστάτη και ότι ο τσάρος φαινόταν τότε να είναι περισσότερο χρήσιμος, παρά επικίνδυνος για τα ιόνια συμφέροντα.

Αποτέλεσμα εικόνας για Αμυνα της Λευκαδας Καποδίστριας
Πριν το τέλος του 1806, οι κοινοί προστάτες των Νησιών είχαν κηρύξει πόλεμο ο ένας στον άλλο. Ο Αλή Πασάς των Ιωαννίνων βρήκε την ευκαιρία να θεωρήσει τα υπό ρωσική κατοχή Νησιά ως εμπόλεμα με την Πύλη, κατέλαβε τις ηπειρωτικές κτήσεις τους και, στις αρχές του 1807, άρχισε να συγκεντρώνει δυνάμεις απέναντι από τη Αγία Μαύρα (Λευκάδα). […] Ο Καποδίστριας ανέλαβε την ευθύνη να οργανώσει την άμυνα του νησιού, με τη βοήθεια μια πολιτοφυλακής από περίπου 250 Σουλιώτες και Αιτωλούς πολεμιστές που χρηματοδοτούνταν από τους Ρώσους, οι οποίοι διέσχισαν τη θάλασσα με τη βοήθεια του Ιγνάτιου, μητροπολίτη Άρτας και Ναυπάκτου από το 1797, ο οποίος δεν ήταν ένας παθητικός πρόσφυγας, αλλά ένας δραστήριος θιασώτης των ελληνικών ελπίδων. Από την εποχή αυτή, οι δυο άνδρες θα αρχίσουν να θεωρούν τη ρωσική στρατιωτική ισχύ ως την πιο αποτελεσματική στήριξη των ελλήνων μαχητών ενάντια στην τουρκική καταπίεση από τη μια και το ριζοσπαστικό γαλλικό ιμπεριαλισμό από την άλλη.

Αποτέλεσμα εικόνας για ιγνατιος ουγγροβλαχίας
Ο Ιγνάτιος Ουγγροβλαχίας
[…] Περίπου από αυτή την εποχή, ο Καποδίστριας σταμάτησε να είναι Ιόνιος και έγινε, όχι Ρώσος (όπως πιστεύουν κάποιοι) αλλά Έλληνας στο συναίσθημα· σύντομα πίστεψε σε όλο τον ελληνισμό και, για το υπόλοιπο της καριέρας του, θα ήταν ευκολότερο να του ασκήσουμε κριτική για την προσπάθειά του να στρέψει τη ρωσική πολιτική στην εξυπηρέτηση των ελληνικών επιδιώξεων παρά για το αντίθετο. Το Ιανουάριο 1809, αφού έχει απορρίψει μια προηγούμενη πρόταση, φεύγει για την Αγία Πετρούπολη, με άμεση πρόταση για υπηρεσία στο υπουργείο Εξωτερικών. Το όνομά του ήταν γνωστό εκεί μέσω του κόμη Μοτσενίγου, ενώ μετέφερε και μια σύσταση για τους Στούρτζα, μια φαναριώτικη οικογένεια που είχε μεταναστεύσει από τη Μολδαβία στη Ρωσία περί το 1792. Ο νεαρός Αλέξανδρος Στούρτζα (1791-1854) θα γινόταν γραμματέας του Καποδίστρια και θα κατέληγε Σύμβουλος του Κράτους στη Ρωσία και η μεγαλύτερη αδερφή του Ρωξάνδρα (1786-1844) θα γινόταν κυρία επί των τιμών της Αυτοκράτειρας Ελισάβετ. […]
Αποτέλεσμα εικόνας για Ι. Γ. Εϋνάρδος
Ιωάννης-Γαβριήλ Εϋνάρδος
Η ρωσική κυβέρνηση πρέπει να γνώριζε πολύ καλά ότι ο διορισμός του θα διέγειρε κάποιες ελπίδες και εικασίες στους Έλληνες. Επιδίωξε να γίνει ειδικός στα Βαλκάνια και αιτήθηκε, ανεπιτυχώς, την άδεια να ταξιδέψει στη Σερβία και τα Πριγκιπάτα, ώστε να καταγράψει τις εκεί συνθήκες. Το Σεπτέμβρη 1811, εξασφάλισε τη μετάθεσή του στη Βιέννη και σύντομα τράβηξε την προσοχή του εκεί Ρώσου πρέσβη, κόμη Στάκελμπεργκ, ο οποίος τον είχε αρχικά θεωρήσει έναν ανεπιθύμητο υπεράριθμο. Ένα υπόμνημα για την Ελλάδα, Ήπειρο και Ιλλυρία, με πλήρη αναφορά για τον Αλή Πασά των Ιωαννίνων, που διαβιβάστηκε από τον πρέσβη, έκανε αρκετή εντύπωση στον τσάρο, του οποίου η συμμαχία με το Ναπολέοντα είχε αρχίσει να καταρρέει ενώ ο πόλεμός του με την Τουρκία δεν απέδιδε τα αναμενόμενα. […]
Ο τσάρος δέχτηκε σε ακρόαση τον Καποδίστρια λίγο πριν τη μάχη της Λειψίας το 1813 και, το Νοέμβρη, τον επέλεξε για μια δύσκολη αποστολή στην Ελβετία. Από τότε, ο Καποδίστριας αναδείχτηκε στην ευρωπαϊκή σκηνή για τα επόμενα εννέα χρόνια. Η διπλωματική του καριέρα δε μας αφορά εδώ, αλλά θα πρέπει να σημειώσουμε ότι στην Ελβετία γνώρισε τον τραπεζίτη Ι. Γ. Εϋνάρδο, ο οποίος από το 1821 θα ήταν ο πιο ουσιαστικός και ενθουσιώδης βοηθός στη συγκέντρωση χρημάτων για βοήθεια των Ελλήνων […].
Λιγότερο από δυο χρόνια μετά το Τιλσίτ, οι Βρετανοί είχαν εκδιώξει τους Γάλλους από όλα τα Ιόνια, εκτός της Κέρκυρας, χωρίς μάχες και στο όνομα των Συμμάχων, σύμφωνα με τους όρους της Ανακωχής της 23ης Απριλίου 1814. Ο Καποδίστριας καθόλου δε μοιραζόταν την ψευδαίσθηση των νησιωτών ότι θα μπορούσαν να υπάρξουν ως πλήρως ανεξάρτητο κράτος, αλλά ήλπιζε ότι θα ωφελούνταν από την ξένη προστασία, χωρίς το βάρος μιας ορατής κατοχής ή οποιασδήποτε καθοδήγησης στα εσωτερικά τους. Πίστευε ότι είχε την υπόσχεση του τσάρου ότι δε θα καθόριζε την τύχη τους χωρίς να τον συμβουλευτεί, αλλά οι όροι της πρώτης Συνθήκης των Παρισίων είχαν ήδη αποφασιστεί όταν έφτασε εκεί πέντε μέρες πριν από την υπογραφή της. […] Υπέβαλε επίσημη πρόταση για ουδετεροποίηση των Νησιών κάτω από την κοινή διπλωματική προστασία των πέντε μεγάλων Δυνάμεων, αλλά ίσως χωρίς αρκετή επιμονή. Ήταν φανερό ότι οι άλλες Δυνάμεις δεν θα αποδέχονταν ένα ρώσικο, ούτε η Ρωσία ένα Αυστριακό Προτεκτοράτο και, πάνω από όλα, ότι κανείς δε μπορούσε να κουνήσει τους Βρετανούς χωρίς να το θελήσουν οι ίδιοι. Έτσι, απέμεινε στον ίδιο να προτείνει, εν ονόματι της Ρωσίας, τη λύση που πραγματικά πίστευε τότε ότι ήταν η καλύτερη εναλλακτική στην πρότασή του, ότι, δηλαδή, τα Ιόνια θα έπρεπε να είναι μια ελεύθερη και ανεξάρτητη Δημοκρατία υπό την απόλυτη προστασία της Αγγλίας και με την εγγύηση των άλλων Δυνάμεων. […] Μετά από μια δύσκολη διαπραγμάτευση, οι τέσσερεις δυνάμεις υπέγραψαν στο Παρίσι στις 5 Νοεμβρίου 1815 μια Σύμβαση που έδινε ονομαστικά την ανεξαρτησία τους στα Ιόνια και όλη την ουσία της ισχύος στους Βρετανούς. […]
Τη δυσαρέσκεια των Επτανησίων και τη Βρετανική δυσφορία προκάλεσε η επίσκεψη του ίδιου του Καποδίστρια στους γονείς του στην Κέρκυρα το 1819, αμέσως μετά την απόφαση της βρετανικής κυβέρνησης να παραδώσει στον Αλή Πασά για 150.000 λίρες και χωρίς όρους την ηπειρωτική κτήση της στην Πάργα, η οποία μέχρι τώρα είχε ακολουθήσει την Κέρκυρα σε όλες τις αλλαγές κυριαρχίας. Ο Καποδίστριας θεωρούσε τα μέτρα του Μαίτλαντ ως μια συνειδητή προσπάθεια «να ξεριζώσει όλα τα εθνικά συναισθήματα από τους Ιόνιους, να τους διαχωρίσει από τους γειτονικούς Έλληνες, να οδηγήσει τους τελευταίους στην απελπισία κι έτσι να απαλείψει κάθε σπίθα ελληνικού πατριωτισμού». Αυτό δεν απείχε από την πραγματικότητα, καθώς ο Μαίτλαντ είχε ακόμη πιο άσχημη γνώμη για τους Έλληνες πολιτικούς απ’ ότι για τους Ιόνιους Γερουσιαστές. Ήταν πολύ αργότερα που ο Καποδίστριας κατηγορήθηκε, άδικα, ότι είχε επισκεφτεί την Κέρκυρα για να προετοιμάσει μια εξέγερση στην Ελλάδα, αλλά η αφοσίωσή του στον τσάρο ήταν αρκετή για να κάνει τους Βρετανούς αξιωματούχους καχύποπτους για τα κίνητρά του και είχαν ακόμη καλύτερο λόγο να υποπτεύονται τους αδερφούς του στην Κέρκυρα. Το 1817, είχε δεχτεί επίσκεψη στην Αγία Πετρούπολη από το Νικόλαο Γαλάτη, από την Ιθάκη, ο οποίος είχε αποσταλεί να του προσφέρει την ηγεσία μιας μυστικής εταιρείας και μίλαγε τόσο απροκάλυπτα που συνελήφθη και εστάλη πίσω μέσω Βουκουρεστίου, αλλά ο τσάρος αποφάσισε να μην πληροφορήσει για το περιστατικό στην Πύλη. Ένα χρόνο αργότερα, κάποιοι Έλληνες που είχαν παλιότερα υπηρετήσει στην Ιόνια πολιτοφυλακή κατά την ρωσική κατοχή ήρθαν στη Ρωσία να ζητήσουν τις καθυστερημένες αμοιβές τους και ένα μελλοντικό πόστο. Ο Καποδίστριας τους έδωσε λίγα χρήματα και τους μίλησε ευγενικά αλλά δεν μπορούσε να κάνει τίποτε άλλο. Ενώ βρισκόταν στην Κέρκυρα, το 1819, κάποιοι από τους οπλαρχηγούς που είχε γνωρίσει στην Λευκάδα το 1807 ήρθαν να τον ρωτήσουν για τις προθέσεις της Ρωσίας και να του περιγράψουν την απελπιστική τους κατάσταση λόγω της έλλειψης απασχόλησης στη μόνη δουλειά που ήξεραν – τον πόλεμο. Η απάντησή του ήταν αποθαρρυντική για την οποιαδήποτε πιθανότητα ρωσικής παρέμβασης, αλλά έδειχνε ότι τους συμμεριζόταν.

Επιστρέφοντας στην Αγία Πετρούπολη τον Ιανουάριο 1816 ως υπουργός Εξωτερικών μαζί με το Νέσσελροντ, ορίστηκε επικεφαλής της πρωτοβουλίας διαχείρισης των βαλκανικών πραγμάτων. Ο Αλέξανδρος αρνήθηκε να υιοθετήσει μια επιθετική πολιτική και να αποκηρύξει τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου με τη δικαιολογία ότι αυτή είχε ακυρωθεί, μιας και οι Τούρκοι δεν είχαν ταχθεί με τους Συμμάχους στον κοινό στόχο ενάντια στο Ναπολέοντα. Αλλά οι οδηγίες που ο Καποδίστριας συνέταξε για τον Στρογκανώφ, το νέο Ρώσο πρέσβη στην Τουρκία, και εκείνες που βοήθησε να καταγραφούν για το διοικητή της Γεωργίας, βασίζονταν στην απαίτηση για πλήρη εκτέλεση της Συνθήκης. Κανείς δεν περίμενε οι διαπραγματεύσεις, που σέρνονταν για περισσότερο από τέσσερα χρόνια, θα είχαν κάποιο θετικό αποτέλεσμα…
Το 1818, ο τσάρος και ο Καποδίστριας επισκέφτηκαν την Οδησσό και το Κίσενεφ της Βεσσαραβίας, όπου δέχτηκαν εκπροσώπους των Οσποδάρων της Μολδαβίας και της Βλαχίας. Παρόλο που αγνόησαν τους κρυφούς υπαινιγμούς τους ότι η ειρήνη δεν ήταν δυνατόν να κρατήσει και ότι οι Ρώσοι θα έπρεπε να διασχίσουν τον Προύθο για μια φορά ακόμη, ο Καποδίστριας περιέγραψε την πρόοδο του ελληνικού εμπορίου και εκπαίδευσης και τους συμβούλεψε να δώσουν χρόνο σε αυτούς τους δυο ισχυρούς παράγοντες να κάνουν τη δουλειά τους.

Αποτέλεσμα εικόνας για Εταιρεία των Φίλων των Μουσών
Η μόνη δημόσια εμφάνισή του ως Έλληνα (και όχι μόνο Επτανήσιου) πατριώτη υπήρξε η επιτυχής εκ μέρους του χρηματοδότηση ενός καταλόγου αναδόχων για την εκπαίδευση νεαρών Ελλήνων κατά τη διάρκεια του Συνεδρίου της Βιέννης. Υπό την αιγίδα του τσάρου, η «Εταιρεία των Φίλων των Μουσών» έγινε μια φιλανθρωπία της μόδας, της οποίας τα έσοδα προορίζονταν αρχικά για σχολεία στην Ελλάδα αλλά τελικά χρησιμοποιήθηκαν για να φέρουν νεαρούς Έλληνες στην Ευρώπη.
Αυτή η Εταιρεία δεν είχε καμιά σχέση με τη Φιλική Εταιρεία, της οποίας οι ιθύνοντες και οι ταξιδεύοντες πράκτορες ούτε της μόδας ήταν, ούτε πολύ μορφωμένοι ούτε ακόμη αρκετά «σεβαστοί». […]
Η ξαφνική εμφάνιση νέων μελών στα Ιόνια Νησιά κατά το πρώτο εξάμηνο του 1819, που συνέπεσε με την επίσκεψη του Καποδίστρια στην Κέρκυρα, πιθανόν να οφείλεται, όχι σε οποιαδήποτε ενθάρρυνση εκ μέρους του, αλλά μάλλον στον αισιόδοξο προβληματισμό που δημιούργησε η επίσκεψή του.
[…] Οι πράκτορες της Εταιρείας και τα μέλη της αόριστα υπέθεταν ότι η καθοδήγηση ήταν ρωσική και επιφανής, ενώ γνώριζαν ελάχιστα για τον πραγματικά ταπεινό χαρακτήρα της. Όταν στρατολογήθηκαν μέλη από το νησί της Ύδρας, ένας επιφανής ντόπιος έμπορος, ο Κουντουριώτης, επιφυλακτικά ζήτησε γραπτές αποδείξεις ότι επικεφαλής ήταν ο Καποδίστριας. Φαίνεται ότι ο Βιάρος και ο Αυγουστίνος Καποδίστριας έγιναν μέλη στην Κέρκυρα, όπως και αρκετοί Ιόνιοι από το 1819 και μετά, συμπεριλαμβανομένων κάποιων από αυτούς που υπηρετούσαν τη βρετανική κυβέρνηση.
Πριν από το τέλος του 1819, η ύπαρξη της Εταιρείας δεν ήταν πια μυστικό και μερικά από τα πιο σημαντικά νέα μέλη ήθελαν να μάθουν ποιοί ακριβώς ήταν οι ηγέτες, με τι εξουσιοδότηση οι πράκτορες έκαναν με τόση σιγουριά νύξεις για τη Ρωσία και πως χρησιμοποιούνταν η μεγάλη πλέον χρηματοδότηση. Οι πιο επιφυλακτικοί προύχοντες στην Πελοπόννησο θυμούνταν πάρα πολύ καλά πόσο είχαν υποφέρει οι άνθρωποι το 1770, όταν ο πρίγκιπας Ορλώφ τους είχε για πρώτη φορά ωθήσει σε εξέγερση και κατόπιν εγκαταλείψει στη μοίρα τους. Ένας πράκτορας, που είχε σταλεί στην Αγία Πετρούπολη το 1819 από τον Πετρόμπεη (Μαυρομιχάλη) της Μάνης, έλαβε προειδοποίηση από τον Καποδίστρια να μην περιμένουν βοήθεια από τη Ρωσία, αλλά ο πράκτορας αυτός, ο Καμαρινός, δολοφονήθηκε πριν να παραδώσει την επιστολή στον Πετρόμπεη. Στην επιστολή αυτή, ο Καποδίστριας συμβούλευε τον Πετρόμπεη να μην περιμένει ούτε ενθάρρυνση για εξέγερση, ούτε όπλα, αλλά μόνο, ίσως, κάποια βοήθεια για σχολεία, που θα έπρεπε να διοικηθούν από την Εκκλησία και να διδάξουν την εθνική θρησκεία και γλώσσα, τα στοιχεία των θετικών επιστημών και αφοσίωση στον Πατριάρχη. Οι Φίλοι των Μουσών διαχωρίζονται προσεκτικά από κάθε είδους μυστική ένωση.

Αποτέλεσμα εικόνας για Ξάνθος Σκουφας
Λίγο νωρίτερα, ο Ξάνθος πήγε στην Αγία Πετρούπολη και (αν εμπιστευτούμε την περιγραφή του) είχε δυο συναντήσεις με τον Καποδίστρια τον Ιανουάριο του 1820, όπου του είπε τα πάντα και μάταια προσπάθησε να τον πείσει να δεχτεί μια επίσημη πρόταση για να ηγηθεί της Εταιρείας. Επειδή φοβόταν να επιστρέψει χωρίς κάποιο αποτέλεσμα, ο Ξάνθος πήρε την πρωτοβουλία να πλησιάσει τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, ο οποίος δέχτηκε στις 12 Απριλίου 1820, ρητά ζητώντας να ηγηθεί της εξέγερσης. Στις 18 Ιουνίου, ορίστηκε επίσημα αρχηγός. Ο Ξάνθος επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη τον Οκτώβριο 1820, όπου βρήκε έντονες διαφωνίες και κάποια έλλειψη εμπιστοσύνης στον Υψηλάντη, του οποίου οι συχνές αλλαγές σχεδίων αύξησαν τη σύγχυση. Μη βρίσκοντας ενθάρρυνση ούτε από τον Καποδίστρια, ούτε από την αυλή, ο Υψηλάντης αναζήτησε και έλαβε άδεια να φύγει στο εξωτερικό για μια «θεραπεία», ίσως ελπίζοντας να επιστρατεύσει τη βοήθεια της Γαλλίας.
Το πλοίο που είχε σταλεί να φέρει τον Υψηλάντη από την Τεργέστη στη Μάνη έφερε στη θέση του τον Γ. Δικαίο («Παπαφλέσσα»), έναν δημεγέρτη με μεγάλη αυτοπεποίθηση, που […] είχε ήδη επισκεφτεί την Πελοπόννησο ως απεσταλμένος του Υψηλάντη το φθινόπωρο. Του επιφυλάχτηκε ψυχρή υποδοχή από κάποιους από τους προύχοντες, αλλά ξεσήκωσε το λαό με υποσχέσεις για άμεση ρωσική υποστήριξη. Ένας απεσταλμένος που εστάλη από τους προύχοντες της Πελοποννήσου να συμβουλευτεί το Μητροπολίτη Ιγνάτιο στην Πίζα, επέστρεψε γεμάτος από τον προσωπικό του μάλλον ενθουσιασμό, παρά από την επιφυλακτικότητα του Ιγνάτιου· ένας άλλος που συμβουλεύτηκε το Ρώσο πρόξενο στην Πάτρα (μέλος της Εταιρείας κι αυτός), συνέχισε, μετά από συμβουλή του, για την Αγία Πετρούπολη και επέστρεψε υποστηρίζοντας ότι είχε συναντήσει τον Καποδίστρια στη Βαρσοβία και ότι 60.000 Ρώσοι στρατιώτες ήταν έτοιμοι. Φαίνεται σίγουρο ότι όλα αυτά αποτελούσαν σκόπιμη παραποίηση, το έργο ανθρώπων που ήταν αποφασισμένοι να επιταχύνουν το βήμα και να εξασφαλίσουν αρκετή αιματοχυσία ώστε κανείς να μην κοιτάξει πίσω. Κανείς δε θεωρούσε ότι ο Υψηλάντης θα έκανε οποιαδήποτε κίνηση χωρίς κάποια υπόσχεση από τον τσάρο ή από πολύ κοντά στον τσάρο. Το σίγουρο είναι ότι δεν είχε καμιά τέτοια υπόσχεση ή έστω ενθάρρυνση, αλλά είναι πιθανό να έπεισε τον εαυτό του ότι ο Αλέξανδρος περίμενε μόνο μια αυθόρμητη πράξη εξέγερσης ή, τουλάχιστον, θα υποχρεωνόταν λόγω παράδοσης και γοήτρου να παρέμβει αφού ο κύβος θα είχε ριφθεί. Μακροπρόθεσμα, δεν έπεσε πολύ έξω αλλά αυτό επήλθε ως αποτέλεσμα, όχι του δικού του παράτολμου εγχειρήματος, αλλά της αποφασιστικής δράσης ορισμένων οπλαρχηγών και κληρικών στην Πελοπόννησο (ιδίως του Κολοκοτρώνη και του Π. Πατρών Γερμανού), της γενικής κατάστασης αναμονής που είχε δημιουργήσει η Εταιρεία, της αφροσύνης των Τούρκων και της ενασχόλησής τους με τον Αλή Πασά.

«Οι Ιερολοχίτες μάχονται στο Δραγατσάνι», πίνακας του Πέτερ Φον Ες.
Πριν να στείλει τον Ιερό Λόχο στην καταστροφή του, ο Υψηλάντης απέστειλε (23-4 Φεβρουαρίου 1821) μια διακήρυξη στους Μολδαβούς και μια δεύτερη στους Έλληνες της Μολδαβίας. Το ότι χρειάζονταν δυο διαφορετικές διακηρύξεις ήταν αρκετά δυσοίωνο· και ήταν τόσο ανάρμοστες που μείωσαν αισθητά την αναπόφευκτη αμηχανία του τσάρου, ο οποίος ανησυχούσε ήδη για το πώς να ελέγξει το επαναστατικό κύμα και μπορούσε πιο εύκολα να αποποιηθεί μια τόσο εξωφρενική αρχή. Η προσωπική αμηχανία του Καποδίστρια ήταν ακόμη μεγαλύτερη. Η θέση του είχε ήδη γίνει πιο αδύναμη λόγω κακής υγείας και αποθάρρυνσης, καθώς και από την αυξανόμενη δυσκολία που έβρισκε στο να συνδυάσει τους ρόλους ενός συντηρητικού πολιτικού και ενός υποστηρικτή της αντιπροσωπευτικής διακυβέρνησης στην Ευρώπη. Σίγουρα, δεν έδειξε καμιά προθυμία να λάβει μέρος στο διακύβευμα της εξέγερσης στην Ελλάδα εκείνη τη στιγμή, ούτε μπορούσε να μοιραστεί την άποψη του Κοραή, ο οποίος πίστευε ότι κάτι νέο και καλό ήταν πιθανό να προκύψει από μια επαναστατική δράση ακόμη κι αν ήταν ομολογουμένως πρώιμη. Ακόμη κι αν ήξερε παραπάνω από όσα παραδεχόταν για την Εταιρεία και τα σχέδιά της, ο Καποδίστριας θεωρούσε τη μέθοδο της εξέγερσης κακή για οποιαδήποτε συγκυρία ακόμη κι αν τελικά αποδεικνυόταν ένα αναγκαίο κακό, η επαναστατική κατάσταση χρειαζόταν να ελεγχθεί και να αντικατασταθεί το συντομότερο από μια συντηρητική αναδόμηση. Όμως, από τη στιγμή που αυτή η κατάσταση ήταν γεγονός στην Ελλάδα, δε μπορούσε να συμβιβαστεί, ως Έλλην πατριώτης, ή ακόμη και ως Ρώσος πολιτικός, με το να την παρακολουθεί απλά να εξαλείφεται με τη βία και να επιστρέφει στην πρότερη κατάσταση. Αργότερα, έγραψε ότι, από το Μάρτιο 1821 και μετά, ο Μέττερνιχ τα βρήκε όλα όπως ήθελε, αλλά ότι ο ίδιος δεν μπορούσε παρά να διαφωνήσει, όταν διπλωμάτες τον συνεχάρηκαν για τη σταθερή αποκήρυξη του Υψηλάντη από τη Ρωσία και για την αναμενόμενη επιστροφή στην ηρεμία. «Pour ce qui est du statu quo, c’en est fait pour toujours» («Όσον αφορά το στάτους κβο, η υπόθεση έχει τελειώσει μια για πάντα»).

Cambridge Historical Journal τεύχος 2, 1957
Μετάφραση: Μαριάννα Δεσύπρη

* Ιστορικός

Τρίτη, 5 Φεβρουαρίου 2019

Κυκλοφορεί η Ρήξη Φεβρουαρίου


Ρήξη, η εφημερίδα του δημοκρατικού πατριωτικού χώρου
Κυκλοφορεί το Σάββατο το νέο φύλλο της Ρήξης. Την Ρήξη μπορείτε να την βρείτε μέχρι τις αρχές Μαρτίου στα περίπτερα όλης της χώρας, όπως και στα γραφεία του Άρδην σε Αθήνα (Ξενοφώντος 4) και Θεσσαλονίκη (Δαναΐδων 7), καθώς και στο Εναλλακτικό Βιβλιοπωλείο (Θεμιστοκλέους 37, Εξάρχεια). 
Διαβάστε στην Ρήξη:
Μόνη διέξοδος το Δημοψήφισμα, του Γιώργου Καραμπελιά
Αφιέρωμα: Το συλλαλητήριο της 20ης Ιανουαρίου ως μια νέα αφετηρία
Οι ψευδοελίτ και ο λαός, του Γιώργου Καραμπελιά
Και τώρα ανυπακοή και αγώνας ανατροπής, του Γιώργου Παπαδόπουλου – Τετράδη
Τσίπρας, Κοτζιάς:Ένοχοι εσχάτης προδοσίας;, του Αλέξανδρου Ασωνίτη
Χρυσή Αυγή: Το δεκανίκι του ΣΥΡΙΖΑ στην καταστολή, του Γιώργου Ρακκά
Ο ασυγχώρητος εθνικός αυτοχειριασμός, του Γιώργου Παπασίμου
Η συρρίκνωση του Ελληνισμού, του Δαμιανού Βασιλειάδη
Ελληνοτουρκικά: 
Η επίσκεψη Τσίπρα στην Τουρκία δεν προμηνύει τίποτα καλό, του Γιάννη Ξένου
Μετά τη Μακεδονία η Κύπρος;, του Αλέκου Μιχαηλίδη
Για τα Ίμια, του Γιώργου Ρακκά
Οικονομία:
 Γιατί πτωχεύει ο ΘΕΣ-γάλα;, του Νίκου Ντάσιου
Κοινωνία: 

Κεφαλονιά: Συναδελφικές εκκλησίες της δημοκρατίας και το επιμελητήριο της σεισάχθειας,
του Δημήτρη Ναπ. Γιαννάτου
Διώχνουν τους πολύτεκνους αναπληρωτές, του Χαράλαμπου Παπαδόπουλου
Antifa στην υπηρεσία του Ερντογάν, του Θ.Κ.
Η νέα απάτη του Τσίπρα με την αύξηση του κατώτατου μισθού, του Ανδρέα Ανδριόπουλου

Διεθνή:
Για τις εξελίξεις στη Βενεζουέλα
Δημοσιεύουμε δύο διαφορετικής οπτικής κείμενα:
Στη Βενεζουέλα, ο στρατός κατέχει το κλειδί της πολιτικής κρίσης, της Μαρί Ντελκά
Τα χτυπήματα που ετοιμάζουν οι ΗΠΑ εναντίον της Βενεζουέλας, του Ραούλ Ζιμπέκι
Εμπόριο αντί ομήρων;, για την κόντρα ΗΠΑ-Κίνα
Τα Κίτρινα Γιλέκα είναι ασταμάτητα, του Κριστόφ Γκιλουί
Το Σύμφωνο για τη Γαλλογερμανική Συνεργασία και Ενσωμάτωση, του Βασίλη Στοϊλόπουλου
Ιστορία:
Αρητιάδα, Το ιστορικό νησί του Έλληνος Πόντου, του Ιωάννη Μιχαλακόπουλου
Λεονίντ Μπρέζνιεφ, ο χαπάκιας, του Κωνσταντίνου Μαυρίδη
Βιβλίο:
Γιώργος Ανδρειωμένος, Γιάννη Ρίτσος, 1909-1990, Πρώιμα ποιήματα και πεζά,
του Σπύρου Κουτρούλη
cineρήξη:
Στο σώμα της & Γυναίκα σε πόλεμο, του Κωνσταντίνου Μπλάθρα
Θεατροκριτική:
Η επιστροφή του βυσσινόκηπου, του Κώστα Σαμάντη
Επιστολή: 
Για τον Κ. Κατσίφα, του Φώτη Θαλασσινού
τα σκίτσα του Νικόλα
…και άλλα πολλά