
του Γιώργου Ρακκά
Οι πρόσφατες αποκαλύψεις της Σοφίας Μπεκατώρου σχετικά με την σεξουαλική της κακοποίηση από παράγοντα της Ομοσπονδίας, οι άλλες που πυροδοτήθηκαν από αυτήν, και αφορούσαν περιστατικά στα οποία καθηγητές πανεπιστημίων επιδείκνυαν αντίστοιχες συμπεριφορές, ρίχνουν φως σε μια στενάχωρη πραγματικότητα που δυστυχώς παραμένει εδραία σε πολλές νησίδες της κοινωνίας μας: Σε αθλητικούς, κοινωνικούς και επαγγελματικούς χώρους λειτουργούν ακόμα κάποιες μικροφεουδαρχίες που θεωρούν θεμιτή την απαίτηση τέτοιων «ανταλλαγμάτων» – το «τίμημα» για έναν καλό βαθμό, την προώθηση σε μια θέση, την εύνοια κάποιας ηγεσίας.
Προφανώς και η κοινωνία μας οφείλει να αντιμετωπίζει αταλάντευτη αυτά τα ζητήματα εκφράζοντας κατηγορηματικά την απόρριψη των εν λόγω πρακτικών και συμπεριφορών. Η έγκυρη, δε, καταγγελία της συμβάλλει στην πρόληψή τους. Γιατί προφανώς όσο «τα στόματα παραμένουν κλειστά», τόσο πολλαπλασιάζονται και τα θύματα αυτών των συμπεριφορών, ενώ, δίνεται η εντύπωση ότι η κοινωνία έστω και σιωπηρά τις αποδέχεται.
Η διολίσθηση του #metoo στον ταυτοτικό πόλεμο
Θα πρέπει να προσέξουμε, όμως, ώστε το γενικότερο κλίμα που διαμορφώνεται κατά την αποκάλυψη και την αντιμετώπιση των περιστατικών αυτών να μην οδηγεί σε γενική απώλεια του μέτρου και της ευθυκρισίας μας.
Το κίνημα #metoo πέφτει σε αυτήν ακριβώς την παγίδα, παίρνει τις ανδροκρατικές συμπεριφορές που βγαίνουν κατά καιρούς στην επιφάνεια της επικαιρότητας και τις ανάγει σε μια υποτιθέμενη ‘πατριαρχία’ η οποία τάχα διαποτίζει τις κοινωνίες του 21ου αιώνα στο σύνολό τους.
Δυο είναι τα στοιχεία από τα οποία το σύγχρονο ρεύμα καθορίζεται περισσότερο.
Το πρώτο, έγκειται στο ότι το #metoo, όπως και το Black Lives Matter, και τα άλλα τέτοια κινήματα που ανήκουν στον αστερισμό του ριζοσπαστικού δικαιωματισμού κηρύσσουν έναν ανελέητο πόλεμο σε κάθε παρελθόν. Πιστεύουν ότι ζούμε ακόμα στην ανθρώπινη προϊστορία –η νύχτα της ‘πατριαρχίας’, του ‘ρατσισμού’ που επιμένει από την εποχή της… Βαβυλώνας, και σκιάζει εν τέλει κάθε άλλο πολιτιστικό και πνευματικό επίτευγμα. Σε πολλές περιπτώσεις, κλασικοί όπως ο Όμηρος, ο Αισχύλος, ο Βιργίλιος ή ο Σαίξπηρ έχουν ήδη καταδικασθεί και αφαιρούνται από τα corpus των λογοτεχνικών και φιλολογικών σπουδών, ιδίως στον αγγλοσαξονικό κόσμο. Αντιλαμβανόμαστε με αυτές τις κινήσεις, τι σημαίνει ακριβώς η «αλλαγή» για τα ρεύματα αυτά. Όχι μια διαδικασία εσωτερικής μετεξέλιξης όπου συνυπάρχουν η ασυνέχεια ορισμένων πλευρών του παρελθόντος με τη συνέχεια άλλων, αλλά μια ολοκληρωτική «δολοφονία του παρελθόντος». «Είναι μια λάμψη που δεν τη βλέπεις στο γυαλί, το διαμάντι ή τις στάλες της βροχής/Αλλά το φως ενός κύματος κοριτσιών που αρνούνται να τις σταματήσουν/ Δεν χρειαζόμαστε άδεια για την αποστολή μας να φέρουμε την αλλαγή/Να είμαστε οι εαυτοί μας, με αυτοπεποίθηση χωρίς διάθεση μετάνοιας, παράξενα όμορφες/Είμαστε η αυγή ενός δισεκατομμυρίου ακτίνων». Αυτά είναι τα λόγια της νεαρής αφροαμερικανίδας ποιήτριας Αμάντα Γκόρμαν, η οποία έκλεψε την παράσταση στην ορκωμοσία του νέου Αμερικάνου Προέδρου, δηλώνοντας μάλιστα ότι θα διεκδικήσει την ίδια θέση κάπου μέσα στην επόμενη δεκαετία!
Το δεύτερο στοιχείο αυτών των νέων ρευμάτων είναι ότι εχθρεύονται κάθε προοπτική συμφιλίωσης. Υπερβαίνουν ως προς αυτό, τα κινήματα που έδρασαν μέσα στην νεωτερικότητα, και τα οποία με τον τρόπο τους το κάθε ένα, έστω και ατελώς ή αντιφατικά, κατέληγαν στην «αδελφοσύνη» που κήρυξε η Γαλλική επανάσταση, η οποία παρέμενε ο απώτερος τους σκοπός. Στον αντίποδα των προηγουμένων, τα μεταμοντέρνα κινήματα δεν ενδιαφέρονται καθόλου για καμία συμφιλίωση. Για το #metoo, κάθε άνδρας είναι δυνάμει βιαστής, ενώ για το #black lives matter, κάθε λευκός ρέπει προς τον ρατσισμό.
Έτσι, εκεί που ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ δίδασκε τη συναδέλφωση λευκών και αφροαμερικάνων μέσα από την υπέρβαση των φυλετικών διαχωρισμών, οι σημερινοί επίγονοι (;)διεκδικούν την επιβεβαίωσή του από την ανάποδη. Και εκεί που ο αγώνας για την ισότητα των φύλων σήμαινε και κριτική στις κυρίαρχες νόρμες της κοινωνίας, ότι δηλαδή δίνουν μεγάλη βαρύτητα στις «αρρενωπές» πλευρές της ταυτότητας του ανθρώπου –κυριαρχία και επέκταση– και καθόλου στις «θηλυκές –φροντίδα και αναπαραγωγή–, τώρα ο μεταμοντέρνος φεμινισμός απλά επιδιώκει να αντιστρέψει αυτή την κυριαρχία εναντίον των ανδρών.[1]
«Οφθαλμός αντί οφθαλμού». Τα μεταμοντέρνα αυτά ρεύματα αντιτίθενται στην «γραμματική» των παλαιότερων εξουσιών, αναπαράγοντας ωστόσο το «συντακτικό» τους –για να παραφράσουμε μια ρήση του Γκυ Ντεμπόρ. Κυρίως όμως, αποτυγχάνουν να συλλάβουν την έννοια της στράτευσης μεταφορικά, που είναι η αφοσίωση σε ανώτερες αξίες, και την εννοούν στην κυριολεξία· αντιλαμβάνονται επομένως τον εαυτό τους ως κήρυκες ενός εμφυλίου πολέμου μεταξύ πολιτισμικών ταυτοτήτων. Μια αποστολή που φυσικά θα ολοκληρωθεί δια της ολοκληρωτικής εξάλειψης του αντιπάλου, όπου αυτός φυσικά είναι ο «ιστορικός άνθρωπος», με τις τραγικές του αντιφάσεις και ατέλειες οι οποίες προφανώς και είναι αφόρητες για τον μονοφυσιτισμό τους. Γι’ αυτό και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μεταβάλλονται κατά καιρούς σε ένα ανοιχτό, έκτακτο δικαστήριο μέσω του οποίου κάθε λογής ύποπτος δικάζεται, καταδικάζεται και εκτελείται εικονικά αυτοστιγμεί. Η «δολοφονία χαρακτήρων» είναι το αγαπημένο σπορ των κινημάτων αυτών.
Διόλου, περίεργο, επομένως δεν είναι που στις ΗΠΑ η στάση του #metoo, ο ευρύτερος ολοκληρωτισμός της πολιτικής ορθότητας, τροφοδότησε αντανακλαστικά την ενίσχυση ιδεολογικών ρευμάτων που αναφέρονται στον… ‘ανδρικό σωβινισμό’ (male chauvinists), φαινόμενα που προφανώς βρήκαν πολιτικό καταφύγιο στο πρόσωπο του Ντόναλτ Τραμπ, και ενίσχυσαν τη δυναμική του.
Έχει καταντήσει κλισέ, σήμερα, να διαπιστώνουμε ότι «η Αμερική είναι περισσότερο διχασμένη όσο ποτέ». Παραμένει αλήθεια, όμως. Τα κινήματα, αυτά, συνέβαλαν κατά πολύ στο άνοιγμα του ρήγματος αυτού. Ο διχαστικός τους χαρακτήρας κατασκευάζει έναν «εχθρό», ακριβώς όπως τον θέλουν. Η περίφημη ‘παρακμή της Δύσης’, σήμερα, παίρνει τη μορφή αυτού του ανελέητου, εμφύλιου ταυτοτικού πολέμου.
Η σχιζοφρένεια ενός μηδενιστικού προτάγματος
Αλλά και της άρνησης του ίδιου του εαυτού της, στις καλύτερές του πλευρές. Στην Ευρώπη, περισσότερο, αλλά και στις ΗΠΑ, αυτού του τύπου ο ‘ριζοσπαστικός δικαιωματισμός’, αρέσκεται να εντοπίζει και να αναδεικνύει κάθε είδος διαφορετικότητα, πανηγυρίζοντας για τα πολυπολιτισμικά του ήθη. Οι ίδιοι άνθρωποι που είναι έτοιμοι για την σαρωτικότερη σταυροφορία όταν αφορά στο #metoo, θεωρούν από την άλλη δείγμα του ευγενικότερου εξωτισμού το να υπερασπίζονται τα πατριαρχικά ήθη άλλων πολιτισμών.
Ο ριζοσπαστικός δικαιωματισμός αντιμετωπίζει τα έμφυλα ζητήματα με δυο μέτρα και δυο σταθμά. Συμβαίνει αυτό εξαιτίας της πολυπολιτισμικότητας, μιας αλαζονικής αντίληψης για τον ‘άλλο’ που νομίζει ότι η Βαβέλ η οποία επικρατεί ιδίως στην Ευρώπη είναι μια ‘ντίσνεϋλαντ της διαφοράς’.
Έτσι για παράδειγμα η μαντίλα, (που θέλει σημειολογικά να μας δείξει ότι η γυναίκα είναι ‘ιδιωτικό ον’, ξένο προς τον δημόσιο χώρο και γι’ αυτό ακριβώς οφείλει να καλύπτει το πρόσωπό της), η άρνηση της φοίτησης των νεαρών κοριτσιών στο σχολείο, ή η αναγνωρισμένη ανισότητα με την οποία κρίνει το ισλαμικό οικογενειακό δίκαιο αντιπροσωπεύουν για τον δικαιωματισμό το απαραίτητο πολυπολιτισμικό καρύκευμα. Κι ας είναι στην πραγματικότητα νόρμες λειτουργίας των παράλληλων κοινωνιών που έχουν στηθεί μέσα σε πολλές πόλεις της Ευρώπης –και δικές μας.
Σε αυτές τις περιπτώσεις, όμως, ο κατά τα άλλα λαλίστατος ριζοσπαστικός δικαιωματισμός δεν βλέπει καμία «πατριαρχία». Τα σεξουαλικά εγκλήματα, μάλιστα, που έχουν πολυπολιτισμική χροιά, πρέπει γι’ αυτόν να συγκαλύπτονται επειδή υποτίθεται αφυπνίζουν τoν «ρατσισμό» (sic!) και οδηγούν την ακροδεξιά ατζέντα σε