Άρδην, να αλλάξουμε ρότα· άρδην, να αποκαθηλώσουμε το διεφθαρμένο πολιτικό σύστημα·

Κυριακή 12 Απριλίου 2020

Η κυβέρνηση, η αντιπολίτευση και το Κίνημα Άρδην

Η κρίση με την πανδημία του κορωνοϊού έφερε στην επιφάνεια πολλά, βαθύτερα πολιτικά ζητήματα τα οποία χρήζουν διευκρίνισης και διαύγασης, ζητήματα που δεν αφορούν μόνο το Κίνημα Άρδην αλλά το σύνολο των δημοκρατικών πατριωτικών δυνάμεων. Αυτό τον στόχο έχει και το ακόλουθο συλλογικό κείμενο του Άρδην.
Μια πρωτόγνωρη συγκυρία
Η κατάσταση έκτακτης ανάγκης στην οποία βρίσκεται όλος ο πλανήτης, με την κανονική ζωή να έχει παγώσει από τα μέτρα αυστηρού κοινωνικού περιορισμού, έχει μεταβάλει άρδην τα πολιτικά διακυβεύματα σε κάθε κοινωνία, ιδίως στη δική μας.
Για πρώτη φορά, το ζητούμενο της πολιτικής μεταβάλλεται, έπειτα από δέκα χρόνια σκληρής αντιπαλότητας που προκάλεσε η κρίση και οι πολιτικές λιτότητας ελληνικών κυβερνήσεων και ξένων δανειστών: Σήμερα αναζητούμε πλέον εκείνες τις λύσεις που θα μας επιτρέψουν να περιορίσουμε αποτελεσματικά τόσο την πανδημία όσο και τις οικονομικές της συνέπειες, που ήδη έχουν αρχίσει να πιέζουν τη χώρα και θα συνεχίσουν να το κάνουν πολύ πιο έντονα στη συνέχεια.
Το πέρασμα από τη σύγκρουση στην εθνική κινητοποίηση προκαλεί ήδη ένα μεγάλο πολιτικό βραχυκύκλωμα στον πολιτικάντικο «πολιτικό λόγο» της κοινοβουλευτικής και μη αντιπολίτευσης, από όποιον πολιτικό χώρο κι αν προέρχεται αυτός. Κατ’ αρχάς, στον ΣΥΡΙΖΑ, τη γύμνια του οποίου αποκαλύπτει με τρόπο πανηγυρικό, και τον οδηγεί σε σπασμούς αλά Καρτερού, Πολάκη και άλλων «στελεχών», τύπου Μυρσίνης Βουνάτσου. Η ανυπαρξία του ΚΙΝΑΛ καθίσταται εξόφθαλμη, το δε ΚΚΕ επιβεβαιώνεται ως προκατακλυσμιαίο απολίθωμα με την Κανέλλη ως προμετωπίδα. Παράλληλα, ο πωλητής θεραπευτικών λοσιόν προφανώς βρήκε μια ακόμα ευκαιρία για να «βγάλει χρήμα», ενώ έχει εξαφανιστεί ο άνθρωπος που, εκτός από την Ελλάδα, κατέστρεψε και την ορθογραφία του ονόματός του. Και η αφασία δεν περιορίζεται σε αυτούς, είτε μιλάμε για αντιεξουσιαστές είτε για Αντάρσυους, που διακρίνονται για την ανίσχυρη υστερία των «τοποθετήσεών»τους, είτε για χρυσαυγίτες.
Αλλά αυτό το πέρασμα σε μια νέα ιστορική φάση δεν άφησε αλώβητο και τον χώρο του κλίματος των συλλαλητηρίων, των κινητοποιήσεων για το μεταναστευτικό κ.ο.κ., χώρο με τον οποίο συχνά έχουμε συμπορευτεί σε ποικίλες περιπτώσεις, είτε προέρχεται από την Αριστερά είτε από τη «λαϊκή Δεξιά», ένα μέρος εκκλησιαστικών οργανώσεων, είτε τέλος από ένα κράμα των σχετικών ομάδων, αντιλήψεων και ευαισθησιών.
Στους κόλπους τους υπάρχει μια διάχυτη δυσφορία από την αναδίπλωση της κοινωνικής πλειοψηφίας και τη στήριξη που εκφράζει ως προς τις επιλογές της πολιτείας που μάλιστα έχουν ως σύμβολο έναν ήπιο και γεμάτο ενσυναίσθηση άνθρωπο, τον Σωτήρη Τσιόδρα. Έτσι, η ομοψυχία κρίνεται ως «παγίδα» και «καταστροφή», καθώς ερμηνεύεται ως λευκή επιταγή προς τον πρωθυπουργό και την πολιτική του.
Το φαινόμενο είχε αρχίσει να κάνει την εμφάνισή του λίγο παλαιότερα, με την επίθεση που δέχτηκε η Ελλάδα από την Τουρκία στον Έβρο. Η εθνική ομοψυχία, ως προς το μπλοκάρισμα των συνόρων και την αποτροπή εκείνων που επεδίωξαν να εισβάλουν, αντιμετωπίστηκε ως «πρόβλημα». Αυτονόητα για τον αριστερό εθνομηδενισμό, μιας και θεωρήθηκε ότι δημιούργησε μια νέα δυναμική στην κυβέρνηση της Δεξιάς –«ο βοναπάρτης Μητσοτάκης που, με τον σωβινισμό του, συσπειρώνει πίσω του τους Έλληνες νοικοκυραίους». Παραδόξως, όμως, το ίδιο συνέβη και για τον «εθνολαϊκισμό», καθώς υπήρξαν φωνές που υποστήριξαν ότι η πολιτική της κυβέρνησης στον Έβρο λειτουργεί παραπλανητικά και παρασέρνει τους Έλληνες στο να δώσουν συγχωροχάρτι στη Νέα Δημοκρατία και τον πρωθυπουργό της για την «κωλοτούμπα» στο Μακεδονικό, τον ευρωπαϊσμό, τον εθνομηδενισμό της κ.ο.κ.
Τελικά, πρόκειται για ένα πολιτικό πρόβλημα που πηγαίνει πέραν της εκάστοτε συγκεκριμένης ιδεολογίας, μια και είδαμε ότι το μοιράζονται σφοδρώς αντιτιθέμενα πολιτικά στρατόπεδα. Αφορά τον τρόπο της πολιτικής περισσότερο, που έγινε οικείος μέσα σε αυτήν τη δεκαετία της αγανάκτησης και της τυφλής έριδας.
Διότι μια πολιτική που επιθυμεί να απευθυνθεί σε ευρύτερα, μαζικά ακροατήρια δεν μπορεί να συγκρούεται με την κοινή λογική. Το πρόβλημα του «αντιδραστικού» λόγου, που μας απασχολεί εδώ, έγκειται ακριβώς στο ότι παίρνει διαζύγιο από την κοινή λογική.
Το έλλειμμα κοινής λογικής γίνεται καταφανέστατο στην περίπτωση των συμπεριφορών που προαναφέραμε. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη, όντως προέρχεται από τον εθνομηδενισμό και αποτελεί μια σύνθεση νεοφιλελεύθερης δεξιάς και σημιτισμού, όμως δεν θα συγκρουστούμε μαζί της γύρω από το κλείσιμο των συνόρων του Έβρου. Διότι είναι μια κίνηση που, εντέλει, υπονομεύει τη δική της ατζέντα και που βοηθάει στην ενίσχυση ενός πατριωτικού κλίματος μέσα στην κοινωνία. Σε ό,τι αφορά στον κορωνοϊό, θα είναι άραγε «καταστροφικό» αν η χώρα γλυτώσει από το σενάριο της Ιταλίας, της Ισπανίας, ή της Γαλλίας και βρεθεί το καλοκαίρι να αποκαθιστά σταδιακά την κοινωνική κανονικότητα δίχως τις εκατόμβες θυμάτων που έχουν οι γειτονικές χώρες; Καθορίζεται, άραγε, η πολιτική μας θέση απέναντι σε εξελίξεις που κρίνουν το μέλλον και τις τύχες ενός ολόκληρου λαού, του ελληνικού, από τους μικροπολιτικούς ανταγωνισμούς, ή από το ότι μας ενοχλεί που ο Κυριάκος Μητσοτάκης και η Νέα Δημοκρατία κερδίζουν κάποιες δημοσκοπικές μονάδες; Και αν αυτό ενοχλεί τον Σύριζα, γιατί να ενοχλεί εμάς;
Κορωνοϊός: Σάλος Από Ανάρτηση Στελέχους ΣΥΡΙΖΑ Με Αναφορα Σε Μάτι ...Φώτο: Παράδειγμα «εργαλειακής αντιπολίτευσης» από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης
Τακτικιστική και εργαλειακή αντιπολίτευση
Η συμπεριφορά του ΣΥΡΙΖΑ μετά την έξοδό του από την εξουσία είναι πολύ χαρακτηριστική για να καταλάβουμε ότι, σήμερα, μπορούν να υπάρξουν δυο «σχολές» ή εκδοχές στον τρόπο που μπορεί να ασκηθεί η αντιπολίτευση στην τωρινή κυβέρνηση. Το θέμα δεν αφορά μόνο τον ΣΥΡΙΖΑ αλλά ευρύτερα τον «καταγγελτικό λόγο».
Ο ΣΥΡΙΖΑ επέλεξε να αναπτύξει τη μία από αυτές, την αντιπολίτευση τακτικής ή εργαλειακή αντιπολίτευση, γιατί ταιριάζει περισσότερο στα χαρακτηριστικά του και την ιδεολογική και πολιτική του ένδεια.
Τι είναι η εργαλειακή αντιπολίτευση; Ένας αδιάκοπος επικοινωνιακός πόλεμος εναντίον της κυβέρνησης με στόχο την πολιτική φθορά της. Ακόμα και σε περιπτώσεις που δεν υπάρχουν ζητήματα, καλό θα είναι να κατασκευάζονται,γιατί υπέρτατη σημασία του τακτικού σχεδίου είναι να εθίζεται ο πολιτικός θεατής σε αφηγήματα αντιπαλότητας και ακραίας πόλωσης, όπου το «απόλυτο καλό» συγκρούεται με το «απόλυτο κακό».
Με τον καιρό, το αφήγημα δημιουργεί έναν αυτοματισμό στις αντιδράσεις που προκαλεί –κάτι σαν παβλοφική συμπεριφορά– και έτσι εξασφαλίζεται ο πολιτικός έλεγχος μέρους της κοινής γνώμης.
Ένα παράδειγμα σε σχέση με αυτό έρχεται από τη Θεσσαλονίκη, και,παρότι δευτερεύον, είναι ωστόσο πολύ χαρακτηριστικό και καταδεικνύει ακριβώς την ουσία αυτής της πολιτικής. Την προηγούμενη εβδομάδα, στη Θεσσαλονίκη, την ίδια μέρα που μας άφησε ο Μανόλης Γλέζος, η βουλευτής και δημοτική σύμβουλος Θεσσαλονίκης του ΣΥΡΙΖΑ, Κατερίνα Νοτοπούλου, βγήκε, πριν καν στεγνώσει το μελάνι της είδησης του θανάτου του, να απαιτήσει την ονοματοδοσία ενός δρόμου στη μνήμη του. Λίγο μετά την κηδεία, επανήλθε προτείνοντας να δοθεί το όνομά του στην οδό Βασιλίσσης Όλγας, έναν από τους κεντρικότερους δρόμους της πόλης.
Επρόκειτο, φυσικά, περί επικοινωνιακού πυροτεχνήματος που χρησιμοποιεί με χυδαίο τρόπο τη μνήμη του Γλέζου. Γνωρίζοντας ότι η πρότασή της θα απορριφθεί, η Νοτοπούλου την καταθέτει για να χρησιμοποιήσει τον διχασμό που θα επιφέρει στη δημόσια συζήτηση της πόλης, εκβιάζοντας ηθικά και συναισθηματικά όλους τους συμπαθούντες τον Μανόλη Γλέζο, δεξιούς και αριστερούς, να την στηρίξουν ή τουλάχιστον να σιωπήσουν απέναντί της. Την ίδια στιγμή, θα μπορεί να επιτεθεί στην κυβέρνηση και τη διοίκηση του Δήμου, ότι αρνούνται τις τιμές στον Γλέζο γιατί «υπερασπίζονται την τιμή της μοναρχίας», είναι δεξιοί αντιδραστικοί, ρεβανσιστές και εμφυλιοπολεμικοί! Διότι,βέβαια,το τελευταίο πράγμα που ενδιαφέρει τον ΣΥΡΙΖΑ είναι να τιμηθεί η μνήμη του Μανόλη Γλέζου, την οποία χρησιμοποιεί ως «πρώτη ύλη» για να φτιάξει μια παγίδα ηθικής καταισχύνης των αντιπάλων του.
Αυτή την τακτική και το αντιπολιτευτικό στήσιμο, που ο ΣΥΡΙΖΑ επαναλαμβάνει καθημερινά σε όποιο ζήτημα κι αν προκύψει, και το οποίο δεν γνωρίζει απολύτως κανένα αξιακό σύστημα ή σύστημα αρχών, κανένα όσιο και ιερό, ούτε βέβαια καμιά αγωνία για το τι συμβαίνει στην κοινωνία και τι διακυβεύεται για το μέλλον της, είναι ο ορισμός της μικροπολιτικάντικης εργαλειακής αντιπολίτευσης.
Η τακτικιστική αντιπολίτευση δεν μπορεί να συμβαδίσει με καμία «ηθική της ευθύνης», που συνιστά βασική αρχή και προϋπόθεση για την ενάρετη λειτουργία της πολιτικής.
Στην ίδια λογική, πολλοί άνθρωποι ενδόμυχα θα ήθελαν ο Μητσοτάκης να άνοιγε τα σύνορα στον Έβρο για «να αποκαλυφθεί» ότι η πολιτική του είναι πραγματικά υπέρ των ανοιχτών συνόρων· γι’ αυτό, εξάλλου, η φύλαξή τους ήταν «κόλπο» και «αντιπερισπασμός» ώστε να γεμίσει μετανάστες η κυβέρνηση τα νησιά.
Το ίδιο και τώρα, με τον κορωνοϊό, πολλοί είναι εκείνοι που εύχονται να «κλατάρει» το δημόσιο σύστημα υγείας, ώστε να φανεί εμπράκτως ο εγκληματικός χαρακτήρας του σκληρού νεοφιλελευθερισμού που αντιπροσωπεύει ο Άδωνις! Αρκετοί είναι εκείνοι που καταγγέλλουν την εφαρμογή μέτρων προστασίας για τον κορωνοϊό στις εκκλησίες ως επίθεση ενάντια στην πίστη των Ελλήνων. Η δε ομοψυχία στα μέτρα εγκλεισμού καταγγέλλεται ως οικονομικά καταστροφική, ένα ακόμη σκηνικό φτωχοποίησης και μνημονίων και πολλά, πολλά άλλα. Για να μην πάμε στις πιο κραυγαλέες συνωμοσιολογικές θεωρίες περί κατασκευής του ιού, προκειμένου το σοκ της πανδημίας να πυροδοτήσει τη μεταρρύθμιση της παγκόσμιας τάξης υπέρ σεναρίων πλανητικής διακυβέρνησης κ.ο.κ.
Απουσιάζει από όλα αυτά τα επιχειρήματα η στοιχειώδης λογική συνοχή: ποια κυβέρνηση θα ήθελε να βρίσκεται σήμερα στη θέση εκείνων της Ισπανίας και της Γαλλίας; Γιατί να επιμένει η οποιαδήποτε ελληνική κυβέρνηση στην παράταση μέτρων που καθηλώνουν την μεταμνημονιακή οικονομία και την απειλούν να χάσει όλη τη θετική πρόοδο που συντελέστηκε τα προηγούμενα χρόνια και να βυθιστεί σε μια άνευ προηγουμένου ύφεση; Ποια, πέραν της κοινωνικής αποστασιοποίησης και της καραντίνας, θα ήταν η προσφορότερη εναλλακτική λύση, όταν ακόμα και οι χώρες εκείνες που αρχικώς ανέπτυξαν χαλαρότερες πολιτικές, φοβούμενες την επίδραση των σκληρών μέτρων στην οικονομία τους, όπως η Αγγλία, οι ΗΠΑ και η Σουηδία, εν τέλει ευθυγραμμίστηκαν οι περισσότερες με τις πολιτικές της κοινωνικής αποστασιοποίησης;
Μήπως τελικά είναι προτιμότερο το μοντέλο, ας πεθάνουν μερικές χιλιάδες «γέροι και γριές» και να σταθεί στα πόδια της η οικονομία; Ή, όπως αναφέρει ο γνωστός γκουρού του αντιεξουσιαστικού χώρου και άλλοτε και του ΣΥΡΙΖΑ, Τζόρτζιο Αγκάμπεν, στις 6 Απριλίου, με 16.000 νεκρούς στην Ιταλία, να δειχτούμε «γενναίοι» και να είμαστε έτοιμοι να αποδεχτούμε τον θάνατο; Και καλά οι νεοφιλελεύθεροι και οι κοκορόμυαλοι αναρχικοί· μπορούν όμως να υιοθετούν παρόμοιες απόψεις και βαθιά θρησκευόμενοι, που πιστεύουν στην ιερότητα της ανθρώπινης ζωής, επιμένοντας στην πραγματοποίηση των θρησκευτικών τελετών του Πάσχα;
Ας το σκεφτούμε όμως. Θα πρέπει να οργιζόμαστε όταν μια κυβέρνηση, που όντως διαποτίζεται από τον νεοφιλελευθερισμό και τον εθνομηδενισμό, αναγκάζεται να φυλάξει τα σύνορα ή να υπερβεί τη λογική των ισοσκελισμένων προϋπολογισμών και της λιτότητας; Αυτές οι κινήσεις δεν στρέφονται ενάντια στην αρχική ατζέντα της κυβέρνησης και δεν πλειοδοτούν εντέλει υπέρ της δικής μας, πατριωτικής, δημοκρατικής και κοινωνικά δικαιότερης πρότασης; Με το να αντιστρατευόμαστε αυτές τις επιλογές ποια λογική υπηρετούμε, τη δική μας ή μήπως εκείνη του εθνομηδενισμού; Ή μήπως, στην πραγματικότητα, προτιμούμε τον ΣΥΡΙΖΑ;
Η τακτικιστική αντιπολίτευση φτάνει σε σημείο να εκτίθεται διαρκώς και κατ’ επανάληψη όταν χρειάζεται να παρέμβει σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, ή σε καταστάσεις εθνικών απειλών. Αυτό συμβαίνει γιατί δεν μπορεί να κάνει διάκριση, για να δανειστούμε έναν όρο από την ορθόδοξη θεολογία: Στην περίπτωση του Έβρου, όταν απειλούνται τα σύνορα, απειλείται ο σκληρός πυρήνας του δημοσίου συμφέροντος και βάλλεται το έθνος-κράτος μας και όχι η εκάστοτε κυβέρνηση.
Το ίδιο συμβαίνει και με την πανδημία. Γίνεται κριτική στους πολιτικούς σαν κοινωνικό στρώμα, εδώ αλλά και διεθνώς, που προωθεί το δικό του συμφέρον σε βάρος εκείνου των πολλών –μια διαπίστωση κατά βάση ορθή. Στην περίπτωση της πανδημίας, όμως, υπάρχει καταναγκαστική σύγκλιση του μερικού και του γενικού συμφέροντος. Ποια εμπιστοσύνη θα είχε μια κοινωνία σε ένα κράτος και ένα πολιτικό σύστημα που δεν θα μπορούσε καν να την προστατέψει από την πανδημία και θα διαιώνιζε την υγειονομική και οικονομική κρίση;
Επομένως, είναι απολύτως λάθος να νομίζουμε ότι η πολιτική διαδικασία συνεχίζεται, λες και δεν συμβαίνει τίποτα, ή λες και όλα αφορούν απομονωμένα την Ελλάδα και το πολιτικό της σύστημα, που «κάνει λάθος» με την κοινωνική αποστασιοποίηση, η οποία απειλεί να καταβαραθρώσει την ελληνική οικονομία και ιδίως τα μεσοστρώματα που δραστηριοποιούνται εντός της. Και δεν ισχύει το ακριβώς αντίθετο, ότι δηλαδή όσο συνεχίζεται η επιδημία τόσο μεγαλύτερη θα είναι η οικονομική καταστροφή και τόσο μικρότερη η πιθανότητα να πατήσει τουρίστας στην Ελλάδα;
Είναι προφανές όμως ότι, μπροστά σε μια παγκόσμια κρίση πρωτοφανών διαστάσεων, ελλείψει καλύτερης εναλλακτικής, οι πολίτες θα συσπειρωθούν γύρω από το κράτος και τις αρχές, ιδίως μάλιστα αν αυτές φαίνεται ότι αποδίδουν στο έργο τους για τον περιορισμό της πανδημίας. Πράγμα που φάνηκε και με τη δημοσκόπηση των μόλις προηγούμενων ημερών. Πόσο μάλλον που θεωρείται πως η κυβέρνηση τα πήγε αρκετά καλά και στον Έβρο και στον κορωνοϊό. Εδώ, ακόμα και στην Ιταλία και την Ισπανία των εκατοντάδων νεκρών την ημέρα, με εμφανείς τις ευθύνες των κυβερνήσεων, το σλόγκαν που κυκλοφόρησε η οργισμένη κοινωνία είναι το «θα λογαριαστούμε μετά»· όχι τώρα.
Και όμως, παρότι η γύμνια του ΣΥΡΙΖΑ και αυτού του τύπου της πολιτικής, που ταίριαζε σε εποχές «βρώμικου ’89», έχει αναδειχτεί ανάγλυφα τους τελευταίους μήνες, παρόλα ταύτα, το «σύστημα» τους κρατάει με το ζόρι, ως την αντιπολίτευση της αυτού μεγαλειότητος, την οποία και διακαώς επιθυμεί – διαφορετικά θα είχε βουλιάξει ακόμα και κάτω από το 20% που του δίνει η τελευταία δημοσκόπηση. Αλλά οι πρεσβείες, τα ΜΜΕ, τα μεγάλα συμφέροντα –από τον Βαρδινογιάννη μέχρι τον Μαρινάκη– «ψηφίζουν ΣΥΡΙΖΑ και ξερό ψωμί».
Ποιος άλλος θα μπορούσε να ελέγξει την αντιπολιτευτική διάθεση του ελληνικού λαού όσο ένα αποδεδειγμένα, από την πεντάχρονη θητεία του, πειθήνιο ενεργούμενο των ολιγαρχών, του διεθνούς συστήματος, εθνομηδενιστικό, Σορόπληκτο κ.ο.κ.; Σε συνθήκες κατάρρευσης του μεταπολιτευτικού σκηνικού –με την εξαέρωση του ΠΑΣΟΚ του ΓΑΠ και, σήμερα, με την αδιάκοπη συρρίκνωση του ΣΥΡΙΖΑ–, η παραπέρα υποβάθμιση του ΣΥΡΙΖΑ συνιστά απειλή για το σύστημα.
Αρκεί να δει κανείς τα δύο κανάλια του Μαρινάκη, το Mega και το διαδικτυακό One, για να καταλάβει από πού φυσάει ο άνεμος του… Μαλέλη, και παρεμπιπτόντως των πρεσβειών. Κρυπτο-συριζαίοι, ανοικτοί συριζαίοι, ψευδo-αριστεριστές Αντάρσυοι, και πάντως αδιαμφισβήτητα εθνομηδενιστές, κυριαρχούν σε εφημερίδες και κανάλια των ολιγαρχών, πασχίζοντας απεγνωσμένα να γεμίσουν το αδειανό πουκάμισο του ΣΥΡΙΖΑ.
Ακόμα και η ίδια η Νέα Δημοκρατία επιθυμεί διακαώς να έχει έναν ξεδοντιασμένο ΣΥΡΙΖΑ στον ρόλο της αντιπολίτευσης. Γι’ αυτό εξάλλου τα βρήκαν μεταξύ τους και στην επιλογή της Προέδρου. Η Νέα Δημοκρατία και ο Μητσοτάκης, για να διατηρήσουν την απρόσκοπτη ηγεμονία που ονειρεύονται, επιθυμούν διακαώς τη διατήρηση μιας αντιπολίτευσης τύπου ΣΥΡΙΖΑ ή των ζόμπι του ΚΚΕ και της… Λιάνας Κανέλλη. Και τρέμουν όσο τίποτε άλλο την πιθανότητα το όποιο αντιπολιτευτικό πολιτικό κενό να καλυφθεί σταδιακώς από νέες πολιτικές δυνάμεις που να ανταποκρίνονται στη καινούργια πατριωτική και εθνοκρατική συγκυρία, η οποία αναδεικνύεται με θυελλώδη τρόπο από την περίοδο του Έβρου μέχρι σήμερα.
Εδώ έρχεται ο αντίλογος: μήπως, εξαιτίας της κατάστασης έκτακτης ανάγκης, υπάρχει μια απόπειρα από την άλλη πλευρά να εργαλειοποιηθεί η ομοψυχία; Δεν προσπαθεί η κυβέρνηση να αποδομήσει πολιτικά κάθε κριτική που γίνεται σε αυτήν επικαλούμενη το έκτακτο των περιστάσεων και τη μεγάλη απειλή κατά του δημοσίου συμφέροντος που βιώνουμε; Μήπως εκμεταλλεύεται την καραντίνα προκειμένου να εμπεδώσει και να επεκτείνει πλευρές της αντιδημοφιλούς πολιτικής της για το μεταναστευτικό και κάθε άλλο μέτρο που, σε συνθήκες κανονικότητας, θα συναντούσε σφοδρή κοινωνική αντιπολίτευση, αλλά που τώρα περνάει σαν να μην συμβαίνει τίποτα μια και ο κόσμος είναι κλεισμένος σπίτια του;
Προφανώς και το επιχειρεί, διότι, ούτως ή άλλως, και η ΝΔ, αν και λιγότερο από τον τυχάρπαστο ΣΥΡΙΖΑ, έχει μάθει να λειτουργεί κατ’ εξοχήν με το παλιό μικροκομματικό μοντέλο. Γι’ αυτό και οποιαδήποτε προσπάθεια μικροπολιτικής αξιοποίησης της κρίσης από την κυβέρνηση Μητσοτάκη θα πρέπει να καταγγέλλεται απερίφραστα.


Μια Αντιπολίτευση στρατηγικού χαρακτήρα

Μπορεί λοιπόν σήμερα η «μαχόμενη πολιτική» να μη συνεχίζεται με τους ρυθμούς που είχε επί κανονικότητας, ωστόσο η σύγκρουση και οι διεργασίες στο ιδεολογικό πεδίο διευκολύνονται, καθώς ο κόσμος κάθεται σπίτι του, έχει πολύ χρόνο να σκεφτεί, πολλαπλασιάζονται οι πιθανότητες να ανοίξει κανένα βιβλίο, ή να αναστοχαστεί τις επιλογές που είχαμε μέχρι σήμερα ως χώρα και ως κοινωνία.
Και αυτό συμβαίνει και για λόγους άμεσης συγκυρίας αλλά και μακροχρόνιου, στρατηγικού χαρακτήρα.
Στο επίπεδο της άμεσης συγκυρίας, η Νέα Δημοκρατία και ο Μητσοτάκης φιγουράρουν στο πολιτικό σκηνικό ως η μόνη αξιόπιστη επιλογή διακυβέρνησης και υπερέχουν συντριπτικά του ΣΥΡΙΖΑ, γεγονός που καταγράφεται και στις δημοσκοπήσεις –αρκεί κανείς να φανταστεί πώς θα νιώθαμε οι πολίτες αν στην καθημερινή κυβερνητική ενημέρωση αντί του Τσιόδρα έκανε κουμάντο ο… Πολάκης. Το στοιχείο αυτό ούτως ή άλλως καθιστά ανέφικτο οποιοδήποτε σενάριο άμεσης εναλλαγής στην εξουσία.
Άρα, σήμερα, δεν συγκρούονται τόσο πολύ παρατάξεις όσο πολιτικές ατζέντες, ιδεολογικές τοποθετήσεις, στρατηγικοί προσανατολισμοί, η δε πολιτική αντιπαράθεση δεν αφορά πλέον την εκάστοτε κυβέρνηση αλλά μεταβάλλεται υποχρεωτικά σε αντιπαράθεση με το ευρύτερο ιδεολογικό και πολιτικό ρεύμα που κυριαρχούσε τις τελευταίες δεκαετίες, και κατάφερνε να κλειδώνει την πολιτική της χώρας στον εθνομηδενισμό, τον παρασιτισμό, την αποδυνάμωση της παραγωγής, των ενόπλων δυνάμεων, του κράτους, της κοινωνίας κ.ο.κ..
Και μόνο αυτό το γεγονός υποχρεώνει τη στρατηγική αντιπολίτευση να ξεπεράσει το «μαύρο-άσπρο» της εργαλειακής ψευδοαντιπολίτευσης,και μάλιστα μετά από μακρές περιόδους όπου η πολιτική σκέψη είχε υποβαθμιστεί στο επίπεδο των αντιμνημονιακών αυτοματισμών. Γι’ αυτό και φαίνεται δύσκολο σε αρκετούς να προσαρμοστούν στη νέα πραγματικότητα , διότι θεωρούν πως οι συνθήκες κοινωνικής ομοψυχίας εξαναγκάζουν σε μια υποχρεωτική ταύτιση με την κυβέρνηση και αποτρέπουν την οποιαδήποτε μορφή αντιπολίτευσης να εκφραστεί.
Και όμως συμβαίνει το εντελώς αντίθετο και ευνοείται, αντίθετα, μια αντιπολίτευση που αποκτά χαρακτηριστικά αμφισβήτησης του κυρίαρχου μοντέλου, σε επίπεδο ατζέντας και στρατηγικής.
Στην περίπτωση της κρίσης του μεταναστευτικού, για παράδειγμα, το Κίνημα Άρδην αρχικώς ήρθε σε ευθεία αντιπαράθεση με την κυβέρνηση και συντάχθηκε με τους κατοίκους των νησιών, θέση που ενόχλησε και αρκετούς φίλους μας, που δεν θεωρούσαν πολύ «καθαρές ιδεολογικά» τις κινητοποιήσεις των νησιωτών. Παράλληλα συνεχίζαμε να επαναλαμβάνουμε –σε αντίθεση με τα κυβερνητικά φληναφήματα– πως και τα θαλάσσια σύνορα φυλάσσονται, έστω και πιο δύσκολα. Όταν λοιπόν η κυβέρνηση υποχρεώθηκε να πράξει επί τέλους αυτό που εδώ και καιρό απαιτούσε η κοινωνία, στον Έβρο και στα θαλάσσια σύνορα, αποτρέποντας τη θλιβερή και καταστροφική επανάληψη του 2015, δεν βγήκαμε προφανώς να «βρίσουμε» την κυβέρνηση. Το είχαμε κάνει «όταν έπρεπε», δηλαδή κατά τη διάρκεια των κινητοποιήσεων στα νησιά.

Στην πραγματικότητα,εδώ και καιρό, συγκρουόμαστε με ένα ευρύτερο διακομματικό μπλοκ, που πιέζει να εγκαταλειφθεί η«σκληρή απάντηση» στην Τουρκία και να αναδιπλωθούμε σε πολιτικές ανοιχτών συνόρων. Ένα μπλοκ που συνδέεται με ξένες εξουσίες και έχει επιστρατεύσει κάθε δυνατό μέσο εκβιασμού της Ελλάδας προκειμένου να την υποχρεώσει να εγκαταλείψει την προάσπιση της εθνικής της κυριαρχίας: Από τις ΜΚΟ που βρίσκονται στη Μυτιλήνη μέχρι τις προσβάσεις που έχει ο ίδιος ο Σόρος σε θεσμούς,ακόμα και στο ευρωπαϊκό δικαστήριο ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ή ακόμα και στους ίδιους τους ηγέτες της Ε.Ε. Με ένα μπλοκ που παρεμβαίνει για να ελέγξει οριζόντια το πολιτικό σύστημα και όχι ένα ή δύο κόμματά του. Έτσι, δεν ήταν καθόλου τυχαία η συστηματική προσπάθεια της ιστοσελίδας του Κινήματος στο να αποκαλύψει ποιες δυνάμεις διακινούν ψηφίσματα και υπογραφές στις μεγάλες εφημερίδες της Ευρώπης για να δημιουργήσουν στην κοινή γνώμη της Ε.Ε. κλίμα εναντίον της Ελλάδας, ώστε να εξαναγκάσουν τις κυβερνήσεις των υπόλοιπων χωρών να απομονώσουν την ελληνική πλευρά σε αυτό το ζήτημα και να πάρουν το μέρος της τουρκικής. (Και εν μέρει έχουν πετύχει κάποιες δευτερεύουσες νίκες μέσα στις συνθήκες της καραντίνας).
Όμως, όπως και στο δημοψήφισμα, αυτή η στρατηγική στάση, το να στρεφόμαστε ενάντια σε πολιτικές και σε ιδεολογικο-κοινωνικά μπλοκ και όχι απλά σε κυβερνήσεις, κρίνεται ως αντιπολιτευτικά ελλιπής από ένα μέρος της πατριωτικής αριστεράς, ή της λαϊκής δεξιάς, ακόμα και του ορθόδοξου χώρου κ.ά. Ίσως γιατί δεν λέμε εύκολες παρόλες και δεν θεωρούμε σοβαρή αντιστασιακή πολιτική το να υπενθυμίζουμε σε κάθε περίσταση πόσο αντιπαθητικός μπορεί να γίνει ο Άδωνις Γεωργιάδης.
Κάτι ανάλογο είχε συμβεί σε αρκετές στιγμές στο πρόσφατο παρελθόν και ίσως σε πολύ μεγαλύτερη έκταση. Αρχικώς, όταν ετέθη θέμα ανατροπής της κυβέρνησης Σαμαρά, από τον συνασπισμό Τσίπρα-Καμμένου, με την ευκαιρία των προεδρικών εκλογών. Τότε, είχαμε αντιπαρατεθεί με έντονο τρόπο σε μια κίνηση που τη θεωρούσαμε καταστροφική για τη χώρα, και γι’ αυτό μάλιστα δεν συμμετείχαμε σε κοινό σχήμα «πατριωτικής αριστεράς και δεξιάς», που μας είχε προτείνει ο Καμμένος, και αφήσαμε «μόνο» του τον Ζουράρι στον δρόμο της καταισχύνης. Και τότε,πολλοί, ακόμα και στο άμεσο περιβάλλον μας, θεώρησαν την κριτική μας υπερβολική, ελαυνόμενοι κυρίως από αντισαμαρικά,«φιλοαριστερά» ή και ακροδεξιά κίνητρα. Τότε εξάλλου πραγματοποιήθηκε μια πρώτη μεγάλη τομή στο εσωτερικό του «αντιμνημονιακού χώρου».
Η δεύτερη, ακόμα σημαντικότερη ίσως, στιγμή υπήρξε στην περίοδο του δημοψηφίσματος, όταν είχαμε καταγγείλει ανοικτά την απάτη του Τσίπρα και των συν αυτώ, προτείνοντας το μποϋκοτάζ του δημοψηφίσματος, που θα το καθιστούσε άκυρο. Και πάλι κατηγορηθήκαμε ότι ταυτιζόμαστε με τους «μένουμε-Ευρώπη» και ένα μέρος φίλων –τότε ακόμα και μελών του Άρδην– αποστασιοποιήθηκε, πρόσκαιρα τουλάχιστον για τους περισσότερους.
Βέβαια από τότε κύλησε πολύ νερό στο αυλάκι καθώς, σήμερα, το εμφυλιοπολεμικό κλίμα έχει καταλαγιάσει και η αντίθεση με τους κυβερνώντες, σε ό,τι αφορά τη λαϊκή πλειοψηφία,εκδηλώνεται πλέον σε συγκεκριμένα ζητήματα, όπως υπήρξαν οι Πρέσπες, το μεταναστευτικό ή το παρασιτικό παραγωγικό μοντέλο, όμως δεν παύουν να επιβιώνουν υπολείμματα της παλαιάς διαδικτυακής εμφυλιοπολεμικής υστερίας.
[Χαρακτηριστική άλλωστε υπήρξε η μοίρα όλων των πολιτικών σχημάτων που είχαν επενδύσει στην «ψευδο-επαναστατική» πλειοδοσία εκείνης της εποχής. Και όχι μόνο της Χρυσής Αυγής ή του Καμμένου. Ας δούμε τι έγινε με την ΛΑΕ του Λαφαζάνη, με την «Πλεύση Ελευθερίας», τη «Νέα Δεξιά», το ΕΠΑΜ, και αναρίθμητα άλλα σχήματα. Και όμως, παρ’ όλα ταύτα,ούτε ένας από εκείνους που συμμετείχαν στην καταστροφική θητεία του ΣΥΡΙΖΑ, ακόμα και αρκετούς που σήμερα βρίσκονται κοντά μας στις περισσότερες θέσεις τους, πλην ενός αληθινού λεβέντη που μόλις χάσαμε, του Μανόλη Γλέζου, δεν ζήτησε συγγνώμη από τον ελληνικό λαό για το ότι τον ενέπλεξε σε μια καταστροφική και δαπανηρή περιπέτεια. Και αυτό για μας αποτελεί και ένα κριτήριο για την ειλικρίνεια και το πραγματικό βάθος της μεταστροφής πολλών φίλων. Διότι δεν ζητάμε μια τέτοια πράξη «συγγνώμης» ως στοιχείο «εκδίκησης» και επιβεβαίωσης της δικής μας θέσης. Αλλά διότι πιστεύουμε ότι η μη αναγνώριση κεφαλαιωδών σφαλμάτων υποκρύπτει την ατελή ιδεολογική υπέρβαση των πολιτικών θέσεων που είχαν οδηγήσει σε συμπαράταξη με τους ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Και οδηγεί υποχρεωτικά σε μια στάση του τύπου: «Ο Τσίπρας και οι περί αυτόν πρόδωσαν ένα κατά τα άλλα θετικό στον πυρήνα του εγχείρημα». Ενώ το πρόβλημα βρίσκεται σε αυτό το ίδιο το εγχείρημα, ακριβώς!]
Το Κίνημα Άρδην, στην πραγματικότητα, στρέφεται ενάντια στο πραγματικό «σενάριο κυριαρχίας»που διαδραματίζεται σε επίπεδο παγκοσμιοποίησης και επιδιώκει τη χειραγώγηση του ελληνικού πολιτικού συστήματος στο σύνολό του και όχι στο ένα ή άλλο κόμμα ή πρόσωπο.
Μπορεί, επομένως, να μη λέμε ανέκδοτα για την «γκαντεμιά» που δέρνει την οικογένεια Μητσοτάκη, εντούτοις υπάρχει συνέπεια μέχρι κεραίας στη σύγκρουση και την αντιπαράθεση με τον ιδεολογικά κυρίαρχο εθνομηδενισμό που διαπερνά πολιτικά γραφεία κάθε κλίματος και τοποθέτησης.
Και προφανώς δεν περιοριζόμαστε σε εκείνες τις δυνάμεις που θεωρούμε ως την καρδιά του εθνομηδενισμού στην Ελλάδα, αλλά στρεφόμαστε σήμερα και στις πρακτικές της κυβέρνησης, όταν ακολουθούν ανάλογο προσανατολισμό .
Αναφερθήκαμε ήδη στο μεταναστευτικό και τη στάση μας στις κινητοποιήσεις των νησιών χωρίς να ξεχάσουμε τη διαρκή αντιπαράθεσή μας στον Δήμο της Αθήνας, προπαντός, αλλά και της Θεσσαλονίκης, με τις επιλογές (ή τις μη επιλογές) των δημοτικών αρχών που ενισχύουν τη γκετοποίηση των κέντρων των πόλεων. Και θα πρέπει να επιμείνουμε ιδιαίτερα στη στάση του δημάρχου της Αθήνας, του Κώστα Μπακογιάννη, ο οποίος έχει ήδη απογοητεύσει τους κατοίκους της Αθήνας ακόμα και τους ψηφοφόρους του, ακολουθώντας μια συστηματική πολιτική ενίσχυσης της παρουσίας των ΜΚΟ στην πόλη, συνεχίζοντας βεβαίως την πολιτική της πλήρους αποελληνοποίησης του κέντρου της Αθήνας. (Αρκεί να διαβάσει κανείς τα σχετικά, κάποτε και σε καθημερινή βάση, άρθρα του Τάκη Θεοδωρόπουλου στην κατά τα άλλα πολυπολιτισμική μανδραβέλεια και μπουκάλεια Καθημερινή. Και αυτό γιατί έχει την ατυχία να κατοικεί στην πλατεία Βικτωρίας, όπου ίσως θα έπρεπε να κατοικούν ο κύριος Μπακογιάννης και οι συν αυτώ για να καταλάβουν τι συμβαίνει στην πόλη που υποτίθεται ότι διοικούν).
Εξάλλου, μέσα από τον εγκλεισμό μας, η κυβέρνηση θέλει «να ξεχάσει τις ΜΚΟ» τις οποίες, κάτω από την πίεση των κινητοποιήσεων, είχε άρχιζε να ελέγχει,όπως ξέχασε και τα κλειστά κέντρα που είχε φτάσει να συζητά ακόμη και σε ερημονήσια, ενώ επισπεύδει στα μουλωχτά τη μεταφορά προσφύγων στην ηπειρωτική Ελλάδα. Τη στιγμή που και οι ίδιοι οι καταυλισμοί είναι υγειονομικές βόμβες ενώ μετανάστες μετακινούνται από καταυλισμό σε καταυλισμό όπως φάνηκε και στην περίπτωση της Ριτσώνας. Και βέβαια είναι πολύ λιγότερα τα μέτρα προφύλαξης που παίρνουν ακόμα και αυτοί που βρίσκονται σε ενοικιαζόμενα, από τις ΜΚΟ, διαμερίσματα. Η πρεμούρα για τη θεσμοθέτηση και κατασκευή εν μέσω κρίσης 28 νέων κέντρων ανά την επικράτεια, καθώς και η πανηγυρική ανακοίνωση του Μηταράκη για αύξηση των θέσεων στο πρόγραμμα ESTIA, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τα μηνύματα που περνάει στην άλλη πλευρά.
Κατά τον ίδιο τρόπο αντιπαρατεθήκαμε κατηγορηματικά στον τρόπο που οργανώνεται το όλο εγχείρημα για τους εορτασμούς του 2021, όπως αποτυπώθηκε και στο εθνομηδενιστικό διάγγελμα του Κυριάκου Μητσοτάκη για την 25η Μαρτίου. Και το στηλιτεύσαμε όχι βέβαια για να δικαιωθεί το Άρδην ως συνεπής πατριωτική δύναμη –επιβεβαίωση που δεν χρειαζόμαστε από κανέναν– αλλά γιατί κρίνουμε ότι έχουμε μαζί μας την αλήθεια και την κοινωνία. Και μπορούμε εντέλει να στριμώξουμε την κυβέρνηση ώστε να εξαναγκαστεί είτε να κάνει πίσω σε σχέση με τον εθνομηδενιστικό χαρακτήρα των εορτασμών είτε, στην αντίθετη περίπτωση, να την υποχρεώσουμε να έλθει σε αντιπαράθεση με την κοινωνική πλειοψηφία.Πάντως, στη μία ή την άλλη περίπτωση, είμαστε σίγουροι ότι θα ηττηθεί σε αυτό το κεντρικό ιδεολογικό ζήτημα και θα κάνουμε ό,τι χρειάζεται γι’ αυτό.
Παράλληλα, θα πρέπει να αναπτύσσουμε όλο και πιο συστηματικά την κριτική μας στο παρασιτικό παραγωγικό μοντέλο, στις ράγες του οποίου συνέχισε να κινείται και η παρούσα κυβέρνηση, να προτάξουμε τη στρατηγική της ενδογενούς ανάπτυξης, η ανάγκη της οποίας αναδείχθηκε τόσο πανηγυρικά στην παρούσα κρίση, και να απαιτήσουμε να ανοίξει εδώ και τώρα η σχετική συζήτηση στην ελληνική κοινωνία. Και προφανώς θα πρέπει να φροντίσουμε ώστε η κρίση του κορωνοϊού να μη φορτωθεί κατ’ εξοχήν στις πλάτες των λαϊκών στρωμάτων.
Η πανδημία κατέδειξε ότι η μονοκαλλιέργεια του τουρισμού είναι η νέμεση της ελληνικής οικονομίας. Ένας μικροσκοπικός ιός, ένας τουρκικός πυροβολισμός ή ένα μεταναστευτικό ρεύμα μπορεί να σε καταποντίσει σε μια στιγμή. Η οικονομία πρέπει να στραφεί σε ένα μοντέλο ενδογενές που στηρίζεται κατ’ αρχήν στην αυτάρκεια σε αγροτικά προϊόντα, σε πρώτες ύλες, σε μεταποιημένα βιομηχανικά προϊόντα, ενώ ταυτόχρονα πραγματοποιεί και σημαντικές εξαγωγές, ώστε να μην εξαρτάται συναλλαγματικά αποκλειστικά από τις υπηρεσίες και τον τουρισμό.
Μια ακόμα σημαντική, για να μην πούμε πρωταρχική, παράμετρος είναι το δημογραφικό ζήτημα. Για να έχουν τη στοιχειώδη αποτελεσματικότητα οι οικονομικές ενισχύσεις για τις γεννήσεις, θα πρέπει να είναι πολύ μεγαλύτερες και να συνοδεύονται από επιπλέον ελαφρύνσεις από το τρίτο παιδί και πάνω. Επί πλέον, δεν πρέπει και δεν μπορούμε να μείνουμε μόνο στην οικονομική παράμετρο του δημογραφικού –π.χ. ότι μοιραία θα διαλύσει το συνταξιοδοτικό και στο τέλος θα κάνει αναπόφευκτες τις μεταναστευτικές ροές– αλλά θα πρέπει να τονίσουμε και τις πολιτισμικές συνέπειες που έχει η γήρανση του πληθυσμού και ποια είναι η σημασία μιας εκνεανισμένης κοινωνίας. Κατ’ εξοχήν λοιπόν το δημογραφικό συνδέεται με το συνολικό μοντέλο της κοινωνίας μας και το σύστημα αξιών της.
Αυτά είναι μόνο μερικά παραδείγματα για το τι εννοούμε «στρατηγική αντιπολίτευση».
Και προφανώς αυτή περιλαμβάνει και τακτικές παραμέτρους, ενταγμένες πάντα όμως στη συνολική μας αντίληψη.
Επί παραδείγματι, στα αρνητικά εγγράφεται και η καταστροφή μεγάλου μέρους της αγροτικής παραγωγής λόγω απαγόρευσης μεταφοράς της εκτός των ορίων του νομού. Ή ο τρόπος ενίσχυσης των επιστημονικών «ΚΑΔων», που είναι ο ορισμός του παρασιτισμού. Προχειροφτιαγμένα προγράμματα τηλεκπαίδευσης, με τα οποία η κυβέρνηση κλείνει το μάτι στους επιστήμονες – πείτε εσείς ότι παρακολουθήσατε 100 ώρες εκπαίδευσης σε 10 (!!) ημέρες κι εμείς θα σας δώσουμε τα 600 για να μην γκρινιάζετε.
Bright and colorful image of Greek National Flag on Mykonos Island. White building with blue door at...
Η ομοψυχία στην ενίσχυση της εθνικής συνοχής δεν ενισχύει την κυβέρνηση αλλά την κοινωνία
Ακόμα και στο επίπεδο της πανδημίας, απαιτείται να υπάρξει ένας πολιτικός λόγος που να εκφράζει την κοινωνική ομοψυχία γύρω από τα αναγκαία μέτρα, ο οποίος δεν θα είναι «φιλοκυβερνητικός». Είναι εγκληματικό να αφεθεί μόνη η ΝΔ να εισπράττει πολιτικό κεφάλαιο την ίδια στιγμή που μεγάλο μέρος της επιτυχίας ανήκει και στην ελληνική κοινωνία. Με αυτές τις προϋποθέσεις θα πρέπει να γίνει η θετική ανάγνωση των καλών επιδόσεων από άποψη κοινωνικών και εθνικών αντανακλαστικών που έδειξε η ελληνική κοινωνία και πολιτεία και που, επιτέλους, αποτελούν ενδείξεις υπευθυνοποίησης των Ελλήνων. Και αυτό μετά από δεκαετίες προσπαθειών να τους βυθίσουν στην καταναλωτική αποβλάκωση, την ιδιωτεία και την παγίδευση στο εμφυλιοπολεμικό παιγνίδι της κομματοκρατίας. Μια τέτοια αντίληψη προφανώς δεν αποτελεί «φιλομητσοτακισμό» αλλά… «φιλοτσιοδρισμό», δηλαδή υποστήριξη μιας διαδικασίας που ενισχύει τη σύνδεση του έθνους με το κράτος. Αυτό ακριβώς που θέλουμε σε μια περίοδο που ελληνικό έθνος και κράτος «θα παίξουν τα ρέστα τους». Και δεν είμαστε καθόλου βέβαιοι ότι όλοι εκεί στο κυβερνητικό στρατόπεδο, και κυρίως στους αφανείς πυλώνες του, είναι ευχαριστημένοι με κάτι τέτοιο.
Στα ελληνοτουρκικά συνεχίζουμε να πιέζουμε προς την κατεύθυνση της άμεσης ενίσχυσης της άμυνας της χώρας, της απόρριψης υποχωρήσεων τύπου Μπακογιάννη και Ντόκου, της ανακήρυξης της ΑΟΖ, της επιβεβαίωσης και ισχυροποίησης των όποιων στρατηγικών συμμαχιών, κατ’ εξοχήν με τη Γαλλία, και της σύσφιξης των σχέσεών μας με την Κύπρο.
Εν τέλει, η Κυβέρνηση «τα πάει καλά» όταν εν μέρει «αυτοκαταργείται» και «αναθέτει» την αντιμετώπιση των προβλημάτων στους πραγματικά αρμόδιους, όπως συνέβη με τον Έβρο και τα θαλάσσια σύνορα, με την ανάθεση της πρωτοβουλίας στις ένοπλες δυνάμεις. Το ίδιο και στο θέμα του κορωνοϊού, όπου πέρασε σε πρώτο πλάνο τους επιστήμονες και τον Σωτήρη Τσιόδρα. Και δεν πρέπει να ξεχνάμε πως πολλοί από αυτούς που τώρα υμνούν τη δημόσια υγεία την θεωρούσαν μάλλον ως «βαρίδι». Όπως είχε συμβεί και με τα «ανοικτά σύνορα» όλου του κομματικού συστήματος, που τώρα υποχρεώθηκαν να κλείσουν.
Δηλαδή, η ενίσχυση της εθνικής συνοχής, που αναδεικνύεται ως αναγκαιότητα σε όλα τα μεγάλα ζητήματα της συγκυρίας –δημογραφικό, ελληνοτουρκικά, μεταναστευτικό, κορωνοϊός, παραγωγικό μοντέλο–, μπορεί πρόσκαιρα να δείχνει ενισχυμένη την κυβέρνηση, στην πραγματικότητα όμως ενισχύει καθοριστικά εκείνες τις δυνάμεις που επιδιώκουν τη δημιουργία ενός νέου πολιτικού τοπίου, προσαρμοσμένου στις προτεραιότητες της νέας ιστορικής περιόδου.
Και δεδομένου ότι βαδίζουμε προς αυτή τη νέα περίοδο εν πολλοίς με τα πολιτικά και ιδεολογικά υλικά του παρελθόντος, είμαστε υποχρεωμένοι ταυτόχρονα να προσπαθούμε να διευρύνουμε τις επαφές μας με όλους τους πατριωτικούς δημοκρατικούς χώρους, ασχέτως προελεύσεως: Στα πλαίσια αυτά οφείλουμε και να διατηρούμε διαύλους επικοινωνίας με όλες τις πατριωτικές συνιστώσες των υπόλοιπων πολιτικών δυνάμεων, κομμάτων, κινήσεων, ακόμα και της κυβερνώσας κεντροδεξιάς. Γιατί έτσι διασφαλίζεται ένα οριζόντιο δίκτυο ιδεολογικής συνεπαφής που είναι χρήσιμο σε περιπτώσεις μετωπικών συγκρούσεων –όπως ήταν η Συμφωνία των Πρεσπών, το Σχέδιο Ανάν ή το Μεταναστευτικό. Στην ίδια κατεύθυνση πρέπει επίσης να ενισχυθεί η εσωκομματική, πατριωτική συνιστώσα μέσα στην ΝΔ, γιατί κάτι τέτοιο βάζει τρικλοποδιά στους εθνομηδενιστικούς πόλους της και δυσκολεύει την κυριαρχία τους μέσα στην κυβέρνηση. Και προφανώς μας ενδιαφέρει να υπάρχουν φωνές όπως του Αντώνη Σαμαρά ή του Άγγελου Συρίγου απέναντι στην Ντόρα Μπακογιάννη, η οποία, αν αφηνόταν μόνη της να διαχειρίζεται την εξωτερική πολιτική της ΝΔ, θα είχαμε υπογράψει μια Συμφωνία των Πρεσπών ως χώρα ήδη από το 2008.
Ανακεφαλαιώνοντας, λοιπόν, η συγκυρία προσφέρει τη δυνατότητα στο Κίνημα Άρδην να προωθήσει επιτέλους σε πολύ ευρύτερα ακροατήρια την πολιτική ατζέντα που προτάσσει και να κάνει ουσιαστικά βήματα προς την πολιτική συγκρότηση ενός ισχυρού πόλου του δημοκρατικού πατριωτισμού στην Ελλάδα,πολιτικό ζητούμενο το οποίο κατά την περίοδο στην οποία εισερχόμαστε, έχει μπει στην ημερήσια διάταξη. Η κριτική που ασκήσαμε όλα τα προηγούμενα χρόνια, όχι μόνο σε ό,τι αφορά στο μεταναστευτικό αλλά και σε αιτήματα που θεωρούνταν «δύσκολα» και πολύπλοκα πολιτικά, όπως είναι αυτό του παρασιτισμού και της «αποπαγκοσμιοποίησης», μέσα από την ενίσχυση της εθνικής παραγωγής και την ενδυνάμωση της εντοπιότητας σε κάθε επίπεδό της, γίνεται σήμερα επίκαιρη. Και, όπως τονίζουμε στη Ρήξη της 4ηςΑπριλίου,σήμερα βάλλεται η λογική της ανεξέλεγκτης παγκοσμιοποίησης, του εθνομηδενισμού και του σκληρού νεοφιλελευθερισμού σε κάθε επίπεδο –καθώς, έστω αναγκαστικά και προσωρινά, τα περισσότερα κράτη υποχρεώθηκαν να βάλουν την αξία της ανθρώπινης ζωής υπεράνω των οικονομικών υπολογισμών.

Τα χαρακτηριστικά της νέας ιστορικής περιόδου
Ιδού, λοιπόν, «πεδίον δόξης λαμπρό»για να μεταβάλουμε τον δημοκρατικό πατριωτισμό σε ισχυρό κοινωνικό και πολιτικό ρεύμα, μια και οι συγκυρίες έχουν προετοιμάσει τις προϋποθέσεις ώστε να υπάρχει θετική ανταπόκριση στα προτάγματά μας από πολύ ευρύτερα ακροατήρια.
Όχι, λοιπόν, στον μιζεραμπιλισμό και την απόπειρα να εκβιαστεί η κινητοποίηση των ανθρώπων μέσα από την ενίσχυση των αρνητικών συλλογικών συναισθημάτων, ναι σε μια αντιστασιακή πολιτική θετικής πνοής. Βρισκόμαστε σε μια πολιτική στιγμή μεγάλης ιστορικής στροφής. Όπως τονίζαμε και στην Ρήξη, στις 4 Απριλίου:
«Οι Έλληνες, με τη συμπεριφορά τους στην παρούσα παρατεταμένη κρίση, η οποία διαρκεί εδώ και τέσσερις τουλάχιστον μήνες, αρχίζοντας από την επίταση της τουρκικής επιθετικότητας, περνώντας στο μεταναστευτικό και φτάνοντας στην κρίση του κορωνοϊού, δημιουργούν τη βάσιμη ελπίδα ότι έχουν αρχίσει να ξεπερνούν με θετικό τρόπο την κατάρρευση του μεταπολιτευτικού προτύπου. Η κατάρρευση είχε αρχίσει με αρνητικό τρόπο ήδη από το 2009. Αρχικώς κατέρρευσε το οικονομικό μοντέλο του παρασιτικού εκσυγχρονισμού. Εν συνεχεία, συνετρίβη το δόγμα της ελληνοτουρκικής φιλίας και των ζεϊμπέκικων. Τέλος, με την κρίση του προσφυγικού, κατέρρευσε η πολυπολιτισμική φενάκη της άρνησης της εθνικής συνοχής. Σήμερα, μετά από 10 χρόνια κρίσης, μπορούμε να ελπίζουμε πως, επιτέλους, έχει αρχίσει η θετική υπέρβαση της μεταπολίτευσης και η είσοδος στη νέα ιστορική εποχή για την οποία πασκίζουμε εδώ και δεκαετίες. Έχοντας ξεφορτωθεί, Τσίπρες, Βαρουφάκηδες, Πολάκηδες και Μιχαλολιάκους.
Σήμερα, στις τρεις τελευταίες κρίσεις, παρότι δεν διαθέτουμε το αναγκαίο για τη νέα εποχή πολιτικό και ιδεολογικό προσωπικό, δείξαμε τα κατάλληλα αντανακλαστικά, σπρώχνοντας και τις ίδιες τις εθνομηδενιστικά αναθρεμμένες ηγεσίες προς τη σωστή κατεύθυνση: Το ζήτημα της τουρκικής επιθετικότητας κατέστη το υπ’ αριθμόν ένα ζήτημα στη δημόσια συζήτηση και η ελληνική πολιτεία και η εξωτερική πολιτική άρχισε να προσανατολίζεται στην αντιμετώπισή της. Στο μεταναστευτικό, απαντήσαμε αρχικώς με τις κινητοποιήσεις στα νησιά και εν τέλει με την πάνδημη συμπαράταξή μας στον Έβρο. Τέλος, συμπεριφερθήκαμε με τον πιο σωστό τρόπο, κυβέρνηση και λαός, στην κρίση του κορωνοϊού, γεγονός που μπορεί να έχει εξαιρετικά θετικές συνέπειες για τη συνέχεια, ιδιαίτερα στο οικονομικό πεδίο και στο διεθνές κύρος της χώρας.Και, καθόλου τυχαία, αναδείξαμε σε ενωτικό σύμβολο για την αντιμετώπιση της κρίσης έναν άνθρωπο σαν τον Σωτήρη Τσιόδρα, δηλαδή σαν τους ανθρώπους που χρειαζόμαστε για τη νέα εποχή».
Η στρατηγική αντιπολίτευση αποτελεί τη μόνη πρόταση που αντιστοιχεί όχι μόνο στη νέα περίοδο αλλά και στα συνολικά μας προτάγματα. Δηλαδή, τα «πέραν της Αριστεράς και της Δεξιάς», «ενότητα του ελληνικού έθνους» και «υπέρβαση των εμφυλιοπολεμικών συνδρόμων», τα εννοούμε.Δεν ακολουθούμε την εύκολη και ανέξοδη δήθεν αντιπολιτευτική και εμφυλιοπολεμική πολιτική του «εμείς απλώς κριτικάρουμε» και η κυβέρνηση ας αναλάβει να εφαρμόσει, στην οποία έχει αναδειχτεί μάστορας το ΚΚΕ. Άλλωστε, μια τέτοιου τύπου αντιπαράθεση προσπαθεί να αποκρύψει τη συμφωνία του πολιτικού κατεστημένου σε βασικά ζητήματα (μεταναστευτικό, ελληνοτουρκικά και Χάγη, Σκοπιανό, Κύπρος, παρασιτισμός και παραγωγικό μοντέλο, δημογραφικό), συμφωνία που,ακριβώς για να καλυφθεί, επιλέγεται η ανάδειξη αντιπαλοτήτων που ανατρέχουν στον εμφύλιο και τη Χούντα χωρίς σχέση με το σήμερα.
Στρατηγική αντιπολίτευση σε μια νέα ιστορική περίοδο, όπου η αντίληψή μας αναδεικνύεται στο κέντρο των προβληματισμών της κοινωνίας, σημαίνει ανάπτυξη προτάσεων σε όσα τουλάχιστον θέματα έχουμε κάτι θετικό να προτείνουμε,ενώ η όποια επίκριση της κυβέρνησης πρέπει να γίνεται με βάση τα πεπραγμένα της.
Και αυτό γιατί, εδώ και χρόνια, χαρακτηρίζουμε αυτή τη νέα ιστορική περίοδο –η οποία συνειδητοποιείται επιτέλους από ένα αυξανόμενο τμήμα του λαού– ως μία περίοδο κατά την οποία ο ελληνισμός θα παλέψει για την ιστορική του επιβίωση. Κατά συνέπεια, η πολιτική και η αντιπολίτευση δεν μπορεί να διεξάγεται με τρόπο διχαστικό αλλά όπως αρμόζει στους «εθνικοαπελευθερωτικούς» αγώνες. Συσπείρωση του λαού, από όποια πολιτική προέλευση και αν έρχεται, γύρω από συγκεκριμένους στόχους. Και αντιπαράθεση μόνο γύρω από τους καλύτερους τρόπους και μεθόδους για την εκπλήρωσή τους. Αντιπαράθεση που μπορεί να είναι πιο έντονη απέναντι σε όσους αρνούνται την ίδια την πραγματικότητα του διακυβεύματος –η πατρίς εν κινδύνω– και λιγότερο έντονη όταν αφορά την προσφορότερη μέθοδο για την αντιμετώπιση των προβλημάτων.
Οι Έλληνες, τρεις φορές στην πρόσφατη ιστορία τους,στην επανάσταση του ’21, κατά τη μεγάλη απελευθερωτική περίοδο 1912-1920 και το 1940-1949, βρέθηκαν μπροστά σε ανάλογα προβλήματα τηρουμένων των αναλογιών. Στην πρώτη να εγκαινιάσουν την εθνική τους απελευθέρωση, στη δεύτερη να την ολοκληρώσουν, στην τρίτη να αποσείσουν έναν κατακτητικό ζυγό και να οικοδομήσουν μια κυριολεκτικά νέα Ελλάδα. Και τις τρεις φορές ξεκίνησαν όπως έπρεπε, ενωμένοι, θέτοντας στο περιθώριο τις διαφωνίες τους και σε ανοικτή αντιπαράθεση μόνο με όσους αρνούνταν τον απελευθερωτικό αγώνα. Και τις τρεις φορές δεν μπόρεσαν να τον ολοκληρώσουν, με τραγικές επιπτώσεις για το σήμερα, και αυτό γιατί η μικροπολιτική και η εμφύλια διαμάχη, πριμοδοτημένη και υποδαυλιζόμενη από τις ξένες μεγάλες δυνάμεις,πρυτάνευσε έναντι των όποιων απελευθερωτικών προταγμάτων.
Σήμερα μπήκαμε στην τελευταία μεγάλη μάχη και, όπως έχουμε δείξει αναρίθμητες φορές, αν τη χάσουμε δεν θα υπάρχει αύριο για τον ελληνισμό ως διακριτή ταυτότητα.
Έτσι, λοιπόν, όχι απλώς στρατηγική αντιπολίτευση αλλά πολιτική μέσα σε μια νέα ιστορική περίοδο όπου το πρωτεύον καθίσταται η εθνική συνοχή.
Υ.Γ Αυτό το κείμενο πέρασε μέσα από δύο φάσεις επεξεργασίας. Σε μία πρώτη φάση το αρχικό κείμενο υπέστη συμπληρώσεις και παρατηρήσεις από τέσσερα μέλη του Άρδην που ανέλαβαν και να το προωθήσουν στο σύνολο των μελών. Εν συνεχεία, ακολούθησε μια επίσης δημιουργική συζήτηση και το τελικό κείμενο διαμορφώθηκε ενσωματώνοντας και τις παρατηρήσεις δεκάδων συναγωνιστών. Έτσι αποτελεί πλέον ένα πρώτο ολοκληρωμένο κείμενο του κινήματος σχετικά με τη νέα συγκυρία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου